29 Μαΐου 2014

FOREIGN AFFAIRS || Έρχεται καταιγίδα στη Μέση Ανατολή. Πώς οι νέες αντιπαλότητες μεταμορφώνουν το στρατηγικό τοπίο (Του Tarek Osman)

 
Περίληψη: 
Από τις στάχτες τής επανάστασης, την καταστολή και τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, μια νέα μάχη έχει αναδυθεί βάζοντας τους ισλαμιστές στο Κατάρ και την Τουρκία ενάντια στις παραδοσιακές αραβικές δημοκρατίες και μοναρχίες, όπως η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία. Η έκβαση της μάχης θα μπορούσε να αλλάξει ολόκληρο το στρατηγικό τοπίο τής περιοχής.

Ο TAREK OSMAN είναι ο συγγραφέας τού βιβλίου Egypt on the Brink.
 
Από τα μέσα τού εικοστού αιώνα, η Μέση Ανατολή έχει δει περιφερειακούς ηγεμόνες να έρχονται και να παρέρχονται. Οι δεκαετίες τού 1950 και του 1960 ήταν η εποχή τής Αιγύπτου: Το Κάιρο ήταν η πρωτεύουσα του αραβικού κόσμου και η πόλη τού μετα-αποικιακού χαρισματικού ηγέτη της, Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ. Αλλά η νίκη τού Ισραήλ επί της Αιγύπτου, της Ιορδανίας και της Συρίας στον πόλεμο του 1967, ο θάνατος του Νάσερ το 1970, και η άνοδος των τιμών τού πετρελαίου μετά τον πόλεμο του 1973 έφερε το τέλος αυτής της εποχής. Καθώς εκατομμύρια Αιγυπτίων και των άλλων Αράβων έφυγαν από τις πατρίδες τους για τον πλούσιο σε πετρέλαιο Κόλπο, το επίκεντρο της αραβικής πολιτικής πήγε μαζί τους. Καθώς οι περιουσίες τού Κόλπου αυξήθηκαν, ιδίως στην Σαουδική Αραβία, το ίδιο συνέβη και στην πολιτική επιρροή τού Ριάντ. Η εισβολή τού ηγέτη τού Ιράκ, Σαντάμ Χουσεΐν, στο Κουβέιτ το 1990, ωστόσο, και ο επακόλουθος πόλεμος υπό αμερικανική ηγεσία, ο οποίος ξεκίνησε από Σαουδαραβικό έδαφος, κατέστησε σαφές ότι το πετρέλαιο θα μπορούσε να κάνει τις χώρες τού Κόλπου, συμπεριλαμβανομένης της Σαουδικής Αραβίας, να αποκτήσουν μεγάλη επιρροή, αλλά θα εξακολουθούν να χρειάζονται την αμερικανική προστασία.
Μετά τον Πόλεμο του Κόλπου, κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας τού 1990, η Συμφωνία τού Όσλο μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων και η Συνθήκη Ειρήνης Ισραήλ - Ιορδανίας, που προώθησε ο πρωθυπουργός Γιτζάκ Ράμπιν, έδωσαν ώθηση στο Ισραήλ στη Μέση Ανατολή. Η περιφερειακή οικονομική συνεργασία έλαβε κεντρικό ρόλο, βάζοντας με την αισιοδοξία τής ειρήνης και της ενσωμάτωσης, στην άκρη την πολιτική των προηγούμενων τεσσάρων δεκαετιών. Η δολοφονία τού Ράμπιν το 1995 διέκοψε απότομα αυτές τις ελπίδες. Η ειρηνευτική διαδικασία απέτυχε προς το τέλος τής δεκαετίας, καθώς μια νέα δεξιά στην ισραηλινή πολιτική ανήλθε στην εξουσία, δύσκολα διατεθειμένη για οποιαδήποτε εγγύτητα με τους γείτονές της.

Και τότε υπήρξε ένα κενό. Η δεκαετία τού 2000 δεν ήταν η δεκαετία κανενός. Καμία αραβική χώρα δεν είχε την εξουσία, τους πόρους ή την αξιοπιστία για να εδραιωθεί σε ολόκληρη την περιφέρεια. Ο σεχταρισμός εξαπλώθηκε, τροφοδοτημένος από την αμερικανική κατοχή στο Ιράκ και τον επακόλουθο εμφύλιο πόλεμο. Αραβικές δημοκρατίες, όπως η Αίγυπτος, η Συρία και η Τυνησία, έγιναν μάρτυρες τρομακτικών επιπέδων διαφθοράς που διάβρωσαν τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίστηκαν στην δεκαετία τού 1950: την κοινωνική ισότητα και την συναίνεση των μικροαστών στα βασιλικά καθεστώτα. Στον Περσικό Κόλπο, οι άρχουσες δυναστείες φρόντισαν να μετατρέψουν τις πόλεις τής ερήμου σε λαμπερές πόλεις, σύμφωνα με το πρότυπο του Χονγκ Κονγκ και της Σιγκαπούρης, και απομάκρυναν τον εαυτό τους από τα προβλήματα των άλλων Αράβων γειτόνων τους. Ενώ σε προηγούμενες δεκαετίες το στρατηγικό τοπίο τής περιοχής εξαρτάτο από την υπεροχή μιας χώρας, κατά το 2011, με τόσο μεγάλο μέρος τής περιοχής να παραπατά και να αποτυγχάνει να εφαρμόσει σοβαρά εθνικά ή περιφερειακά πολιτικά σχέδια, οι κυρίαρχοι παίκτες στη Μέση Ανατολή φαίνεται να είναι οι οικονομικοί παράγοντες, από πολυεθνικές εταιρείες μέχρι περιφερειακά οικονομικά συμφέροντα.

Οι αραβικές εξεγέρσεις των τελευταίων τριών ετών διατάραξαν την ισορροπία δυνάμεων για μια ακόμη φορά, ανατρέποντας τρεις από τις αραβικές δημοκρατίες, την Αίγυπτο, την Λιβύη και την Τυνησία, απειλώντας τις αραβικές μοναρχίες τού Κόλπου, και υφαίνοντας χάος γύρω από το Ισραήλ. Ενώ οι περισσότεροι παρατηρητές αξιολογούν τις εξεγέρσεις σε σχέση με τις πολιτικές αλλαγές που έγιναν ή δεν έγιναν, υπάρχουν και άλλες δυνάμεις στο παιχνίδι. Μια μεγαλύτερη μάχη για την εξουσία έχει προκύψει από τις στάχτες τής επανάστασης, την καταστολή και τον πόλεμο από την Τυνησία μέχρι την Συρία, η οποία αναμορφώνει ολόκληρο το στρατηγικό τοπίο τής Μέσης Ανατολής. Το αποτέλεσμά της θα μεταμορφώσει ολόκληρη την περιοχή περισσότερο από κάθε άλλη περιφερειακή αντιπαλότητα ή την άνοδο ή την πτώση οποιασδήποτε μοναδικής δύναμης στον προηγούμενο μισό αιώνα.

ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ
Στην καρδιά αυτού του μετασχηματισμού είναι δύο ομάδες χωρών και πολιτικών δυνάμεων με αντίθετους στόχους. Η πρώτη, με επικεφαλής ισλαμιστικές δυνάμεις στο Ιράν, το Κατάρ, την Τουρκία, και τις μεγάλες αραβικές πολιτικές ισλαμιστικές ομάδες όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα, έχει ως στόχο να διοχετεύσει την ενέργεια των αραβικών εξεγέρσεων προς έναν σταδιακό εξισλαμισμό τής περιοχής. Ο ορισμός αυτού του εξισλαμισμού ποικίλλει ανάλογα με τις ιδεολογίες, τα υπόβαθρα και τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες τής κάθε χώρας. Η ενωτική πεποίθηση αυτού του στρατοπέδου, όμως, είναι ότι το πολιτικό Ισλάμ είναι το μόνο πλαίσιο διακυβέρνησης. Τα μέλη του πιστεύουν ότι, σε αντίθεση με την παλιά ρητορική τού κοσμικού αραβικού εθνικισμού ή του ρεπουμπλικανισμού, ο ισλαμισμός μπορεί να κερδίσει πραγματικά υποστήριξη από τις ευρύτερες κοινωνικές ομάδες στην περιοχή - και να την διατηρήσει. Για την προώθηση των στόχων του, το στρατόπεδο αυτό χρησιμοποιεί ένα χαλαρά οργανωμένο δίκτυο μέσων μαζικής ενημέρωσης, θρησκευτικών αρχών και οικονομικών συμφερόντων για να ξεσηκώσει μεγάλα τμήματα από περισσότερα από 180 εκατομμύρια Άραβες που είναι κάτω των 35 ετών ώστε να απαιτήσουν εκ βάθρων αλλαγές.

Το άλλο στρατόπεδο, με επικεφαλής την Σαουδική Αραβία και άλλες μοναρχίες τού Κόλπου όπως το Κουβέιτ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, και που υποστηρίζεται από την Αίγυπτο, το Ισραήλ και την Ιορδανία, βλέπει αυτόν τον μετασχηματισμό ως απειλή. Αυτοί - οι παραδοσιακοί - πιστεύουν ότι ο εξισλαμισμός θα φέρει περαιτέρω κατακερματισμό σε ορισμένες χώρες, όπως το Ιράκ, τον Λίβανο και την Συρία, μεγάλη πολιτική αναστάτωση και κοινωνική διχόνοια σε άλλες, όπως η Αίγυπτος, και ενίσχυση των τζιχαντιστικών ομάδων σε ολόκληρη την περιοχή. Ευνοώντας μια πιο σταδιακή, διαχειρίσιμη και πολύ προσεκτική εξέλιξη της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, το παραδοσιακό στρατόπεδο βασίζεται σε στρατούς, μηχανισμούς ασφαλείας, μέσα ενημέρωσης και οικονομικά συμφέροντα, και άλλα κρατικά ή κρατικά υποστηριζόμενα θεσμικά όργανα για να επιβάλουν ένα μήνυμα εθνικής διαφύλαξης και να προστατεύσουν τις χώρες τους από την αναταραχή που εκτυλίσσεται σε ολόκληρη την περιοχή.

Η μάχη μεταξύ των δύο ομάδων αποτελεί ένα νέο είδος ανταγωνισμού στη Μέση Ανατολή. Οι προηγούμενοι ανταγωνισμοί μεταξύ Αράβων κοσμικών και ισλαμιστών (για παράδειγμα, μεταξύ του Νάσερ και της αιγυπτιακής Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην δεκαετία τού 1950, ή μεταξύ του καθεστώτος Άσαντ και της Αδελφότητας στα τέλη τού 1970 και στις αρχές τής δεκαετίας τού 1980) αφορούσαν χώρες και ειδικά καθεστώτα. Η αραβο-ισραηλινή διαμάχη, εν τω μεταξύ, ήταν κατά κύριο λόγο για εδάφη. Και ο αγώνας ανάμεσα στις κοσμικές αραβικές δημοκρατίες και τις μοναρχίες τού Κόλπου σε όλη την δεκαετία τού 1960 (όπως μεταξύ της Αιγύπτου τού Νάσερ και της Σαουδικής Αραβίας) περιστράφηκαν γύρω από την επιβίωση των ειδικών καθεστώτων. Αυτή η αναδυόμενη αντιπαράθεση δύο στρατοπέδων, ωστόσο, γίνεται σχετικά με την φύση και το μέλλον των κοινωνιών τής περιοχής, από την Βόρειο Αφρική μέχρι τον Κόλπο.

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ
Ο αγώνας μεταξύ των δύο στρατοπέδων θα καθοριστεί από τέσσερις παράγοντες. Ο πρώτος είναι το μέλλον τής Αιγύπτου. Με σχεδόν 90 εκατομμύρια ανθρώπους, η χώρα είναι ο τόπος τού ενός τρίτου τού συνόλου των Αράβων και, για δεκαετίες, υπήρξε πολιτιστικό επίκεντρο της περιοχής. Το πολιτικό Ισλάμ έχει ήδη διαμορφώσει την πολιτική τής Αιγύπτου μετά την πτώση τού προέδρου Μουμπάρακ, καθ’ όλο τον χρόνο τής προεδρίας Mohamed Morsi, και, από την ανατροπή τού Morsi το περασμένο καλοκαίρι, στην συνεχιζόμενη διαμάχη μεταξύ των αναδυόμενων εθνικιστών - και στον πυρήνα τους, το στρατιωτικό κατεστημένο - και των ισλαμιστών. Αλλά είναι πραγματικά η οικονομία τής Αιγύπτου που θα καθορίσει την πορεία της χώρας. Εάν η κυβέρνηση της Αιγύπτου, πιθανόν υπό την ηγεσία τού στρατάρχη Abdel Fattah El- Sisi που αναμένεται ευρέως να κερδίσει στις προεδρικές εκλογές τής 25ης και 26ης Μαΐου, μπορέσει τελικά να προωθήσει τις αδήριτα αναγκαίες οικονομικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένης της περικοπής των δυσβάσταχτων δημόσιων επιδοτήσεων, χωρίς να χάσει την λαϊκή υποστήριξη διακινδυνεύοντας ένα νέο γύρο πολιτικής διαμαρτυρίας, τότε η Αίγυπτος θα μπορούσε να ανακτήσει το κύρος της ως παίκτης στην περιοχή και να ενισχύσει σημαντικά το δεύτερο στρατόπεδο. Αλλά αυτό είναι μια δύσκολη υπόθεση. Και αν αποτύχει, άλλος ένας γύρος αναταραχής θα καταδίκαζε το στρατόπεδο των παραδοσιακών.

Η δεύτερη μεταβλητή αφορά στο μέλλον τής Αλγερίας, της μεγαλύτερης και πλουσιότερης χώρα τής Βόρειας Αφρικής, σε μεγάλο βαθμό χάρη στον πλούτο της σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο. (Η Αλγερία είναι ο τρίτος μεγαλύτερος προμηθευτής ενέργειας της Ευρώπης). Το στρατιωτικό καθεστώς έχει αγοράσει χρόνο μέχρι να μπορέσει να βρει αντικαταστάτη για τον προβληματικό, ηλικιωμένο πρόεδρο Μπουτεφλίκα. Ο αντικαταστάτης του θα πρέπει να είναι αποδεκτός από τους στρατηγούς που ελέγχουν την χώρα για πάνω από τέσσερις δεκαετίες και να είναι διαλλακτικός με τους πολιτικούς ισλαμιστές που πολέμησαν το καθεστώς καθ’ όλη την δεκαετία τού 1990 σε έναν πόλεμο που στοίχισε 100.000 ζωές. Το καθεστώς εξακολουθεί να επιβιώνει εξαγοράζοντας διαφωνούντες και παίζοντας το χαρτί τού φόβου τής επιστροφής στην βία τής δεκαετίας τού 1990, ο οποίος αναγκάζει πολλούς Αλγερινούς να δεχθούν την έλλειψη πλουραλισμού με αντάλλαγμα την ειρήνη και την σταθερότητα. Όμως, αν και το καθεστώς τής Αλγερίας επιβίωσε άθικτο στο κύμα των διαμαρτυριών τού 2011, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί αλεξίσφαιρο. Το αλγερινό πολιτικό Ισλάμ έχει εξελιχθεί πέρα από την ανταγωνιστική κοσμοθεωρία τής δεκαετίας τού 1990. Νέα αλγερινά ισλαμιστικά κόμματα θα μπορούσαν να αναδυθούν ως σοβαροί ανταγωνιστές τού στρατιωτικού καθεστώτος. Και με τους τεράστιους οικονομικούς πόρους τής Αλγερίας, κάτι τέτοιο θα δώσει στο ισλαμιστικό στρατόπεδο ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα.

Ο τρίτος παράγοντας είναι η Σαουδική Αραβία, όπου η βασιλική οικογένεια έχει στυλώσει τα πόδια της. Μια αυξανόμενη μεσαία τάξη που έχει ένα τεράστιο μερίδιο στην οικονομία - και εκτίθεται όλο και περισσότερο σε πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα έξω από το συντηρητικό βασίλειο - έχει επιτέλους αρχίσει να απαιτεί πολιτική εκπροσώπηση. Εν τω μεταξύ, οι οικονομικές προοπτικές τής Σαουδικής Αραβίας επιδεινώνονται αργά. (Η χώρα αναμένεται να καταστεί καθαρός εισαγωγέας ενέργειας μέχρι το 2030). Μια υφεσιακή οικονομία, το μόνο που θα κάνει είναι να εμποδίσει την ικανότητα της βασιλικής οικογένειας να συνεχίσει να εξαγοράζει την υποστήριξη της μεσαίας τάξης μέσω της κοινωνικής πρόνοιας και των δημοσίων επιδομάτων. Οι απειλές μιας σιιτικής εξέγερσης χαμηλού επιπέδου στην ανατολική επαρχία τού βασιλείου, μιας ανανεωμένης μαχητικότητας σιιτών Χούθι στα σύνορα με την Υεμένη, ή ενός κινήματος διαμαρτυρίας των νεαρών, δυσαρεστημένων Σαουδαράβων, θα μπορούσε να διαβρώσει την εξουσία τής κυβέρνησης. Μια αποδυνάμωση του καθεστώτος τής Σαουδικής Αραβίας θα μπορούσε να υπονομεύσει το στρατόπεδο των παραδοσιακών εκτρέποντας τους πόρους και συρρικνώνοντας την βούληση των πιο ισχυρών και σίγουρων μελών του.

Αλλά υπάρχει και ένα άλλο σενάριο. Ο βασιλιάς Αμπντάλα, ο οποίος είναι 89 ετών, έχει ανακατέψει τις ευθύνες και τις θέσεις εντός τής κυβερνώσας οικογένειας, και οι αναδυόμενοι (σχετικά νέοι) πρίγκιπες γνωρίζουν τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το πολιτικό τους σύστημα. Αν, υποκινημένο από αυτές τις υπαρξιακές απειλές, το καθεστώς τής Σαουδικής Αραβίας μπορέσει να εξελιχθεί και να μετατρέψει το βασίλειο σε μια λειτουργική συνταγματική μοναρχία στην οποία να γίνονται σεβαστά τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα των μεγάλων ομάδων των νεαρών Σαουδαράβων, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια μακρά, αλλά σχετικά σταθερή μετάβαση. Μια νέα, δυναμική Σαουδική ηγεσία, ενισχυμένη από την πολιτική νομιμοποίηση, θα εμπνεύσει ισχυρή δυναμική στο στρατόπεδο των παραδοσιακών.

Ο τέταρτος παράγοντας είναι το πόσο πολύ περισσότερο χάος θα δει η Μέση Ανατολή στην επόμενη δεκαετία. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Συρία είναι πιθανό να τελειώσει με μια επίφαση μιας κεντρικής εξουσίας στην Δαμασκό, που θα περιβάλλεται από σχεδόν ανεξάρτητες πολιτικές οντότητες. Αρκετές σαλαφίτικες τζιχαντιστικές ομάδες στην χώρα θα μπορούσαν να καταφέρουν να οχυρωθούν στις ολοένα και περισσότερο άνομες ερήμους που εκτείνονται από την ανατολική Συρία ως το δυτικό Ιράκ, όπου θα μπορούσαν να προσπαθήσουν να ιδρύσουν ισλαμικά κρατίδια, απομονωμένα από τον υπόλοιπο κόσμο (όπως παρόμοιες ομάδες έχουν προσπαθήσει στο Αφγανιστάν και στον Καύκασο). Η παρουσία τους θα είναι μια πηγή βίας και πολιτικής αστάθειας, κυρίως για την Συρία και το Ιράκ, αλλά και για τον Λίβανο και την Ιορδανία, ανοίγοντας περισσότερα μέτωπα στη μάχη μεταξύ των δύο στρατοπέδων.

Το στρατόπεδο που μπορεί να στρέψει τους πολιτικούς ανταγωνισμούς στην περιοχή προς όφελός του, εκτρέποντας το ενδεχόμενο χάος και διοχετεύοντας τις συνέπειές του στο άλλο στρατόπεδο, θα είναι σε καλύτερη θέση να κερδίσει αυτόν τον στρατηγικό αγώνα.


ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ
Όσο απρόβλεπτη κι αν πρόκειται να είναι η Μέση Ανατολή για τα επόμενα λίγα χρόνια, υπάρχουν μερικές βεβαιότητες. Πρώτον, ακολουθώντας το μοτίβο των τελευταίων πέντε δεκαετιών και ολοένα και περισσότερο ωθούμενο από τα δημογραφικά και τις ήδη απτές πολιτιστικές τάσεις στο κολοσσιαίο κομμάτι τής νεολαίας τής περιοχής, το κύμα τής αστικοποίησης, της εκδυτικοποίησης και του αυξανόμενου φιλελευθερισμού θα αποδειχθεί ασταμάτητο. Αυτό θα αποδυναμώσει τους ισλαμιστές, επειδή οι προσπάθειές τους να εξελίξουν την ρητορική τους και τα πολιτικά τους μηνύματα ώστε να ταιριάζουν με αυτές τις τάσεις, θα μειώσουν την υποστήριξη από πυρήνα των ψηφοφόρων τους και σταδιακά θα αποκολληθούν από το ισλαμικό πλαίσιο αναφοράς στο οποίο έχει οικοδομηθεί ολόκληρο το κίνημά τους. Δεύτερον, λόγω των ανταγωνιστικών ελλειμμάτων στην ποιότητα της εκπαίδευσης, της τεχνολογικής προόδου και του ενεργειακού κόστους - εκτός από τις διαφαινόμενες κρίσεις για το νερό στο Νείλο και τον ποταμό Ιορδάνη - σχεδόν όλες οι μεγάλες χώρες τής περιοχής θα αντιμετωπίσουν κοινωνικο-οικονομική αναταραχή μέσα στην επόμενη δεκαετία. Αυτό θα αποδυναμώσει το παραδοσιακό στρατόπεδο, το οποίο βασίζεται σε δομημένες εξουσίες.

Κατά μια έννοια, λοιπόν, και τα δύο στρατόπεδα θα μπορούσαν να ηττηθούν. Οι κοινωνικο-οικονομικές προκλήσεις που όλες αυτές οι χώρες θα αντιμετωπίσουν θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια νέα εξέγερση της νεολαίας, η οποία, σε αντίθεση με τις εξεγέρσεις το 2011, δεν θα απευθύνεται στους νυν άρχοντες αλλά σε ολόκληρο το πολιτικό και οικονομικό οικοδόμημα που ελέγχει αυτές τις χώρες. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε γρήγορα να υποβαθμίσει τις εξουσίες των εδραιωμένων θεσμικών οργάνων στις παλιές αραβικές δημοκρατίες, καθώς και στις μοναρχίες τού Κόλπου. Θα μπορούσε επίσης να υπονομεύσει τις προοπτικές τού πολιτικού Ισλάμ. Ό,τι κι αν συμβεί, λοιπόν, η ικανότητα προσαρμογής θα είναι το κλειδί και για τους ισλαμιστές και για τους παραδοσιακούς. Το στρατόπεδο που θα προσαρμοστεί σε αυτά τα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά κύματα θα έχει περισσότερες πιθανότητες να αντέξει την καταιγίδα που πλησιάζει.

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/141442/tarek-osman/who-will-win-t...

THE DIPLOMAT: What Crimea Teaches Central Asia (The lessons from Russia’s actions in Ukraine in recent months are disturbing for Central Asia. By Stephen Blank)

Λεπτομέρειες σχέσεων διοικήσεως ΝΑΤΟ



23 Μαΐου 2014

Ο αποτυχημένος μονοκράτορας (του Daron Acemoglu)

Περίληψη: 
Η διολίσθηση του Ερντογάν μακριά από την δημοκρατία είναι ένα θλιβερό, αλλά προβλέψιμο στάδιο της δημοκρατικής μετάβασης της Τουρκίας. Εάν η Τουρκία πρόκειται να γίνει τελικά μια δημοκρατία - και δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα γίνει - τότε δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αποφύγει αυτήν την επώδυνη διαδικασία θεσμικής εξισορρόπησης.



Ο DARON ACEMOGLU είναι καθηγητής Εφαρμοσμένων Οικονομικών στο Massachusetts Institute of Technology (ΜΙΤ).
 
~~~
 
Παρά την σκληρότητα του Ερντογάν, η δημοκρατία στην Τουρκία εξακολουθεί να είναι σε καλό δρόμο
Ο Τούρκος πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ήταν κάποτε ο αγαπημένος τής διεθνούς κοινότητας, αλλά δεν είναι πιά. Ακόμα επαινείται μερικές φορές για το ότι υπηρέτησε την Τουρκία μέσω μιας εντυπωσιακής οικονομικής ανάπτυξης, ξεδόντιασε το τουρκικό στρατιωτικό κατεστημένο το οποίο είχε μια μακρά ιστορία παρεμβάσεων στην εθνική πολιτική, και ξεκίνησε μια πολλά υποσχόμενη ειρηνευτική διαδικασία με τον Κουρδικό πληθυσμό τής χώρας. Όμως, οι επιτυχίες του Ερντογάν σκιάζονται πλέον από την αναμφισβήτητη κλίση του προς την απολυταρχία. Κατά την διάρκεια του περασμένου έτους, ξεκίνησε μια σκληρή καταστολή εναντίον ειρηνικών διαδηλωτών, πολιτικών αντιπάλων και ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης. (Σύμφωνα με την Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων, σε κάποιο σημείο, ο αριθμός των δημοσιογράφων που φυλακίστηκαν στην Τουρκία ξεπέρασε ακόμη και τον αριθμό των φυλακισμένων δημοσιογράφων στο Ιράν και την Κίνα).
Οι χειρότερες από όλες τις εξελίξεις ξεκίνησαν τον περασμένο Δεκέμβριο. Τότε ήταν όταν, προκειμένου να καταστείλει μια απειλή από έναν πρώην σύμμαχο, το μουσουλμάνο κληρικό Φετουλάχ Γκιουλέν που ζει στις ΗΠΑ, ο Ερντογάν απέλυσε χιλιάδες εισαγγελείς, δικαστές και αστυνομικούς, επέβαλε απαγορεύσεις στο Twitter και το YouTube, ενέτεινε τον ήδη ασφυκτικό έλεγχο της κυβέρνησης επί του δικαστικού σώματος, και έδωσε στις υπηρεσίες πληροφοριών περισσότερη ευχέρεια να παρακολουθούν τους Τούρκους πολίτες. Το ότι το τουρκικό εκλογικό σώμα δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται πολύ για την καταπιεστική καταστολή και τη γενική αποψίλωση των δικαστικών θεσμών, προσέθεσε έναν βαθμό φάρσας στην τραγωδία. Το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), το κόμμα τού Ερντογάν, κέρδισε το 43% των ψήφων στις δημοτικές εκλογές στις 28 Μαρτίου, που υπερβαίνει το 39% που έλαβε στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές, αν και υπολείπεται του σχεδόν 50% που κέρδισε στις τελευταίες εθνικές εκλογές. Όλα φαίνονταν να επιβεβαιώνουν ότι, σε αντίθεση με αυτό που πολλοί διεθνείς παρατηρητές κάποτε πίστεψαν, η Τουρκία κατευθύνεται μακριά από, και όχι προς, την δημοκρατία και το κράτος δικαίου.
Αλλά τούτο θα είναι ο λάθος τρόπος για να διαβαστεί αυτό το τελευταίο κεφάλαιο της τουρκικής ιστορίας. Η Τουρκία είναι στη μέση μιας δύσκολης διαδικασίας θεσμικής εξισορρόπησης, στην οποία οι βασικοί πολιτικοί και κοινωνικοί θεσμοί έχουν μετατοπίσει την υποταγή τους μακριά από τον στρατό και τα μεγάλα αστικά οικονομικά συμφέροντα που έχουν προ πολλού κυριαρχήσει στην τουρκική πολιτική. Τη απουσία ανεξάρτητων δικαστικών οργανισμών και μιας οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών, ο κίνδυνος ήταν πάντα μεγάλος ότι κάποιοι πολιτικοί που θα αναλάβουν την εξουσία κατά την διάρκεια αυτής της ταραχώδους περιόδου, θα την καταχραστούν. Με άλλα λόγια, η απομάκρυνση του Ερντογάν από την δημοκρατία είναι ένα θλιβερό, αλλά σχεδόν προβλέψιμο στάδιο της δημοκρατικής μετάβασης της Τουρκίας. Εάν η Τουρκία πρόκειται να γίνει τελικά μια δημοκρατία, δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να αποφευχθεί η κατά καιρούς επώδυνη διαδικασία τής οικοδόμησης των θεσμών τής χώρας έτσι ώστε να λειτουργούν με λιγότερους αποκλεισμούς - μια διαδικασία που η χώρα δεν έχει δείξει σημάδια ότι την εγκαταλείπει.

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΘΩΜΑΝΟΥΣ ΣΤΟΝ ΑΤΑΤΟΥΡΚ
Για να κατανοήσει κάποιος την ανάγκη για θεσμική εξισορρόπηση, πρέπει πρώτα να κατανοήσει το πώς δημιουργήθηκαν οι ρίζες των σημερινών θεσμών τής Τουρκίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η επίδραση του οθωμανικού κράτους ήταν περιορισμένη με πολλούς τρόπους, αλλά η αποτελεσματική πολιτική δύναμη που όντως υπήρχε - οργανωμένη κυρίως γύρω από τις στρατιωτικές κατακτήσεις και την επέκταση του κράτους - ήταν συγκεντρωμένη στα χέρια μιας μικρής γραφειοκρατικής και στρατιωτικής ελίτ.
Έξω από τις ελίτ διαμορφώθηκε το ραγιά (reaya), που σημαίνει «το κοπάδι». Ως οικονομικοί παράγοντες, οι Οθωμανοί υπήκοοι είχαν ελάχιστα δικαιώματα και ακόμα λιγότερες επιλογές για πολιτική συμμετοχή. Τα περιορισμένα δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας εμπόδισαν την εμφάνιση οικονομικά ανεξάρτητων γαιοκτημόνων και εμπόρων. Και οι κοινωνικοί θεσμοί ήταν δομημένοι έτσι ώστε να ελαχιστοποιούν τους περιορισμούς τού σουλτάνου και του κεντρικού κράτους στην εξουσία. Ο ισλαμικός νόμος υποτίθεται ότι θα επέτρεπε έναν θρησκευτικο-νομικό θεσμό, τους ουλεμάδες, οι οποίοι θα περιόριζαν τους κυβερνήτες. Αλλά η Οθωμανική Αυτοκρατορία ενσωμάτωσε τους ουλεμάδες στην κρατική γραφειοκρατία. Ο σουλτάνος, στη συνέχεια, ήταν επίσης ο πιο ισχυρός εκπρόσωπος της θρησκευτικής εξουσίας.
Παρά τις πολλές προσπάθειες μεταρρύθμισης κατά τα τέλη τού 19ου και του 20ου αιώνα, οι Τούρκοι άρχοντες ποτέ δεν άφησαν την γραφειοκρατία και το δικαστικό σώμα πραγματικά χαλαρούς. Ο λόγος ήταν απλός: η μεταρρύθμιση δεν είχε σκοπό να φέρει αυτό το αποτέλεσμα. Οι Οθωμανοί μεταρρυθμιστές, με καταγωγή κυρίως από τον στρατό, ενδιαφέροντο όχι να μοιραστούν την εξουσία με την μη-ελίτ, αλλά να ενισχύσουν τους υφιστάμενους θεσμούς τού κράτους, εγχώρια και διεθνώς, ενόψει χρηματοπιστωτικών, οικονομικών και στρατιωτικών κρίσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επίδοξοι μεταρρυθμιστές, από την διαβόητη Επιτροπή για την Ένωση και την Πρόοδο, οι οποίοι οργάνωσαν μια εξέγερση-ορόσημο εναντίον τού σουλτάνου το 1908, δεν έκαναν μια σοβαρή προσπάθεια να προσεταιριστούν ένα υπάρχον λαϊκό κίνημα αντίθετο προς την κυβέρνηση, αλλά αντ’ αυτού βασίστηκαν σε υποστηρικτές στον στρατό. Μόλις ανέβηκαν στην εξουσία, αυτοί οι «επαναστάτες» αμέσως στράφηκαν ενάντια σε όποιον πίστευαν ότι ήταν αντίθετος με αυτούς.
Η Τουρκική Δημοκρατία ιδρύθηκε επίσημα το 1923, από μια άλλη ομάδα νεαρών αξιωματικών τού στρατού, με τον Μουσταφά Κεμάλ (αργότερα ονομάστηκε Ατατούρκ, «ο μεγάλος Τούρκος») στο τιμόνι. Η Τουρκική Δημοκρατία σηματοδότησε μια πιο ριζική απομάκρυνση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι νέοι κυρίαρχοι κατήργησαν τη μοναρχία, εκσυγχρόνισαν την κρατική γραφειοκρατία, νομοθέτησαν την θρησκεία, την οποία έβλεπαν ως εμπόδιο στα σχέδιά τους, και σκόπευαν να βιομηχανοποιήσουν την Τουρκία. Αλλά μια πτυχή τής οθωμανικής τάξης ποτέ δεν αμφισβητήθηκε: οι κρατικοί θεσμοί και η γραφειοκρατία παρέμειναν υπό την άρχουσα ελίτ, που πλέον ήταν τα ανώτερα στελέχη τού Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος του Ατατούρκ (CHP). Για άλλη μια φορά, η ελίτ θεώρησε ότι υπήρχε μεγάλη ανάγκη για ευρεία υποστήριξη. Στην πραγματικότητα, οι μεταρρυθμίσεις τού Ατατούρκ επρόκειτο να επιβληθούν δυναμικά σε έναν πληθυσμό που θεωρείται, δικαίως, αντίθετος με πολλές από αυτές.
Η στρατιωτική και πολιτική κυριαρχία τού CHP, και η προθυμία τού κόμματος να χρησιμοποιήσει ισχυρή βία εάν ήταν απαραίτητο, επέτρεψε στο κεμαλικό σχέδιο να πετύχει υπό μια μονοκομματική εξουσία μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αλλά εμφανίστηκαν ρωγμές. Το 1946, το Δημοκρατικό Κόμμα (DP) ιδρύθηκε από πρώην μέλη τού CHP που ήλπιζαν να επωφεληθούν από την δημόσια δυσαρέσκεια για την αδέξια διακυβέρνηση του CHP. Το 1950, όταν το DP ανέβηκε στην εξουσία με μια μεγαλειώδη εκλογική νίκη, πολλοί από τους βουλευτές του, και σίγουρα οι υποστηρικτές του, κατάγονταν από επαρχιακές πόλεις και αγροτικές περιοχές και είχαν ως υπόβαθρο το μικρής κλίμακας εμπόριο που ήταν έξω από τον έλεγχο του κράτους. (Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το γραφειοκρατικό ή στρατιωτικό υπόβαθρο της πλειοψηφίας των βουλευτών τού CHP).

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡ
Στις 27 Μαΐου τού 1960, η Τουρκία ξύπνησε με το πρώτο από τα πολλά επόμενα στρατιωτικά πραξικοπήματα, βάζοντας τέλος στο εκκολαπτόμενο πείραμά της με την δημοκρατία. Ο στρατός κινήθηκε γρήγορα για να κρεμάσει τον Αντνάν Μεντερές, τον ηγέτη τού DP.
Τα επόμενα 40 χρόνια έφεραν πολλούς νέους πολιτικούς παράγοντες στην τουρκική σκηνή, συμπεριλαμβανομένου ενός φάσματος αριστερών ομάδων αποφασισμένων για την ανατροπή τού κράτους. Αλλά το χάσμα μεταξύ του πιο κρατικιστικού CHP και των πιο θρησκευτικών κομμάτων (τα οποία χρησιμοποίησαν τον μανδύα τού DP) παρέμεινε σταθερό, ακόμη και καθώς αυτά τα τελευταία συμφώνησαν να συνεργαστούν με τον στρατό και γενικά απέφυγαν να αμφισβητήσουν τις βασικές εντολές τού κεμαλικού κράτους (και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σφυρηλάτησαν ακόμα καλύτερους δεσμούς με τις υπάρχουσες επιχειρηματικές ελίτ).
Ήταν το ΑΚΡ που αντέγραψε την συνταγή τού DP για την ανάμιξη του θρησκευτικού λαϊκισμού με την οικονομία τής ελεύθερης αγοράς, πιο πιστά και αποτελεσματικά. Όταν το ΑΚΡ αναδείχτηκε νικητής στις βουλευτικές εκλογές τού 2002, οι γραμμές τής μάχης με τις κεμαλικές ελίτ είχαν ήδη χαραχτεί. Τον Απρίλιο του 2007, αφότου το κόμμα απέκτησε τον έλεγχο της προεδρίας, ο στρατός - ο οποίος είχε κινηθεί εναντίον τριών άλλων εκλεγμένων κυβερνήσεων μεταξύ 1960 και 2002 - δημοσίευσε ένα μνημόνιο στην ιστοσελίδα του, απειλώντας με πραξικόπημα εναντίον τής κυβέρνησης του ΑΚΡ. Δυσοίωνα, το Συνταγματικό Δικαστήριο ξεκίνησε την διαδικασία για να κλείσει το ΑΚΡ, διότι η θρησκευτική εικόνα του φερόταν να είναι κατά παράβαση του συντάγματος του Ατατούρκ.
Αλλά το 2007 δεν ήταν ίδιο με το 1960. Δεν ήταν μόνο ότι το ΑΚΡ είχε βαθύτερα κοινωνικά δίκτυα, ιδιαίτερα σε δήμους διευθυνόμενους από τον προκάτοχό του, το Κόμμα τής Ευημερίας. Είχε επίσης τον έλεγχο μεγάλων τμημάτων τής γραφειοκρατίας και της αστυνομίας. Εν τω μεταξύ, το κύρος τού στρατού μέσα στην τουρκική κοινωνία ήταν στο χαμηλότερο σημείο όλων των εποχών. Αυτή την φορά, οι κεμαλιστές έχασαν, εν μέρει επειδή η τουρκική κοινωνία αρνήθηκε να συμμορφωθεί στην ανάμιξη των στρατηγών. Η εξουσία είχε μετατοπίστηκε με επιτυχία από την κεμαλική ελίτ σε ένα κόμμα που υποστηριζόταν από την πλειοψηφία των Τούρκων, συμπεριλαμβανομένου ενός μεγάλου μέρους τού πληθυσμού των επαρχιακών πόλεων και της ενδοχώρας τής υπαίθρου.
Αλλά από την άποψη της οικοδόμησης μιας πραγματικής δημοκρατίας, ποτέ δεν επρόκειτο να είναι αρκετή η απλή χαλάρωση της εμπλοκής των κεμαλικών ελίτ στους υπάρχοντες κρατικούς θεσμούς. Οι ίδιοι οι θεσμοί έπρεπε να γίνουν πιο περιεκτικοί, να απομακρυνθούν από τους αποκλεισμούς. Δυστυχώς, το ΑΚΡ - τη απουσία συντονισμένης πίεσης από μια κοινωνία των πολιτών της Τουρκίας που ήταν ακόμα αδύναμη – ήταν επικεντρωμένο αντί για αυτά στην οικοδόμηση ενός δικού του πολιτικού μονοπωλίου. Αντί να ενισχύσουν τους ανεξάρτητους θεσμούς, οι ελίτ τού ΑΚΡ δούλεψαν για να πάρουν τον έλεγχο της κρατικής γραφειοκρατίας, της αστυνομίας και του δικαστικού σώματος, και στην συνέχεια προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν αυτούς τους θεσμούς για δικούς τους κομματικούς σκοπούς. Αυτό μιμείται το πρότυπο της πολιτικής ανάπτυξης πολλών μετα-αποικιακών κοινωνιών, όπου νέοι πολιτικοί ηγέτες γρήγορα πήραν τον καθοριστικό έλεγχο του κράτους αφότου οι αποικιακές δυνάμεις αποχώρησαν βιαστικά. Και, όπως αυτοί οι προηγούμενοι ηγέτες, ο Ερντογάν δεν δίστασε να επιδείξει την δύναμή του.
Μακράν τού να προσπαθήσει να ξεπεράσει την πόλωση της κεμαλικής εποχής, ο Ερντογάν έξυπνα αποφάσισε να την αξιοποιήσει. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να είναι στη μέση μιας υπαρξιακής πάλης μεταξύ Μαύρων Τούρκων (οι ανίσχυρες, λιγότερο μορφωμένες, πιο συντηρητικές μάζες) και Λευκών Τούρκων (οι κεμαλικές, μορφωμένες, δυτικόφρονες ελίτ). «Ο αδελφός σας ο Ταγίπ», έχει δηλώσει ο ίδιος, «ανήκει στους Μαύρους Τούρκους».
Το πρόβλημα με αυτήν την ρητορική είναι ότι, επειδή είναι η μισή αλήθεια, αντηχεί στο κοινό και πολώνει περαιτέρω. Αυτό έγινε σαφές το περασμένο καλοκαίρι, όταν ο Ερντογάν κάλυψε με επιτυχία την καταστολή των ειρηνικών διαμαρτυριών ως ένα αναγκαίο βήμα στον αγώνα των Μαύρων Τούρκων εναντίον των Λευκών Τούρκων, και στην συνέχεια και πάλι κατά την διάρκεια των δημοτικών εκλογών τού τρέχοντος έτους. Σε κάθε περίπτωση, η στρατηγική αυτή απέδωσε για το ΑΚΡ, όχι μόνο επειδή εδραίωσε την δημοτικότητα του Ερντογάν ανάμεσα στους βασικούς υποστηρικτές του, αλλά και επειδή η ρητορική έγινε αυτοεκπληρούμενη. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι κρατικοί και κοινωνικοί θεσμοί τής Τουρκίας, μπλεγμένοι σε αυτό το φαινομενικά υπαρξιακό αδιέξοδο, έχουν αποτύχει να λειτουργούν χωρίς αποκλεισμούς.

ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Παρά τον υφέρποντα αυταρχισμό και την πόλωση της τουρκικής πολιτικής, κανείς δεν πρέπει να απελπίζεται. Από δημοκρατική άποψη, τα πράγματα ήταν χειρότερα υπό την κεμαλική ελίτ (κυρίως μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980), όταν η τουρκική κοινωνία ήταν σε μεγάλο βαθμό απολιτική. Αντιμετωπίζοντας ένα στρατιωτικό καθεστώς σε συμμαχία με τις μεγάλες επιχειρήσεις, οι πιο ζωηρές δυνάμεις τής αντιπολίτευσης δεν έδειξαν καμία αντίσταση. Το ΑΚΡ είναι στη μέση μιας πολύ διαφορετικής κατάστασης σήμερα. Πράγματι, το κόμμα έσπειρε τους σπόρους τής δικής του καταστροφής όταν κινητοποίησε την τουρκική κοινωνία των πολιτών στην αρχική άνοδό του στην εξουσία. Ακόμη κι ο Ερντογάν, στα πρώτα του χρόνια στην κυβέρνηση, ενθάρρυνε τον ανοιχτό διάλογο στην κοινωνία, έστω και μόνο για να εξαλείψει ορισμένες από τις κόκκινες γραμμές (για τους Κούρδους, τις μειονότητες, τον ρόλο τού στρατού στην κοινωνία, και για την θρησκευτική ελευθερία, τουλάχιστον για τους σουνίτες υποστηρικτές του) που είχαν επιβληθεί από την κεμαλική ελίτ.
Το ΑΚΡ μπορεί να προσπαθήσει να μιμηθεί τους κεμαλικούς προκατόχους του, αλλά η τουρκική κοινωνία είναι απίθανο να είναι τόσο εύπλαστη όπως ήταν τα προηγούμενα χρόνια. Δεν είναι μόνο που η αστική νεολαία τής χώρας είναι πιο φιλελεύθερη, πιο ανεξάρτητη και πιο ενημερωμένη από ποτέ - η Τουρκία είναι μεταξύ των κορυφαίων χρηστών τόσο του Facebook όσο και του Twitter – αλλά, όπως και οι διαδηλώσεις το περασμένο καλοκαίρι κατέστησαν σαφές, είναι πιο διψασμένη για πολιτική συμμετοχή και δημοκρατία. Το δικαστικό σώμα, παίρνοντας ερεθίσματα από την πρόσφατα αφυπνισμένη κοινωνία των πολιτών τής Τουρκίας, επίσης δεν είναι πλέον χαρούμενο να αποτελεί «κλωτσοσκούφι». Το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε μερικούς από τους πιο καταπιεστικούς νόμους και διατάγματα του ΑΚΡ. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, κάνοντας αυτές τις παρεμβάσεις, το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν μίλησε εξ ονόματος της στρατιωτικο-γραφειοκρατικής ελίτ (όπως ήταν ο ρόλος του στο πλαίσιο του CHP), αλλά ενός ευρύτερου τμήματος του πληθυσμού, και κατά συνέπεια μίλησε για το κράτος δικαίου και τους πολιτικούς θεσμούς χωρίς αποκλεισμούς.
Παρ’ όλο που η υποστήριξη του Ερντογάν μεταξύ των φτωχών στις πόλεις και στην ύπαιθρο και στα μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης φαίνεται σταθερή σήμερα, στηρίζεται στην συνεχή οικονομική ανάπτυξη και στην παροχή δημόσιων υπηρεσιών προς τους μη προνομιούχους. Η εύκολη πορεία για τον Ερντογάν θα τελειώσει αν η οικονομία κινηθεί προς τα κάτω (και θα μπορούσε – η ανάπτυξη της Τουρκίας τα τελευταία έξι χρόνια εξαρτάται από τα μη βιώσιμα επίπεδα της εγχώριας κατανάλωσης και του εμπορικού ελλείμματος). Στην περίπτωση αυτή, η αντιπολίτευση είναι πιθανόν να διευρυνθεί και, έχοντας μάθει από την εμπειρία με το AKP, τελικά θα αρχίσει να απαιτεί θεσμούς που να εκπροσωπούν την χώρα στο σύνολό της.
Αυτό δεν γράφεται για να υπονοηθεί ότι η πρόσφατη διολίσθηση στην τουρκική διακυβέρνηση θα πρέπει να ιδωθεί μέσα από ροζ γυαλιά. Το AKP εξακολουθεί να καταστέλλει κάθε αντιπολίτευση και σίγουρα θα προσπαθήσει να φιμώσει το Συνταγματικό Δικαστήριο. Αλλά οι προσπάθειες του κόμματος να μονοπωλήσει την εξουσία δεν πρέπει να εκπλήσσουν στο ιστορικό πλαίσιο. Περισσότερα από 50 χρόνια μετά, η διαδικασία της οικοδόμησης πολιτικών θεσμών χωρίς αποκλεισμούς σε πολλές μετα-αποικιακές κοινωνίες είναι ακόμη σε εξέλιξη. Και χρειάστηκαν στην Γαλλία περισσότερα από 80 χρόνια για την οικοδόμηση της Τρίτης Δημοκρατίας μετά την κατάρρευση της μοναρχίας το 1789.
Η θεσμική εξισορρόπηση δεν επρόκειτο ποτέ να είναι μια ανώδυνη, εύκολη διαδικασία. Για να αποτύχουν τελικά οι προσπάθειες του ΑΚΡ να μονοπωλήσει εξουσία, οι απλοί άνθρωποι και η κοινωνία των πολιτών θα πρέπει να διαμαρτυρηθούν δυνατά. Η πολιτική ήταν από καιρό ένα σπορ των ελίτ στην Τουρκία, και οι ελίτ - είτε είναι στρατιωτικές, γραφειοκρατικές, επιχειρηματικές είτε του ΑΚΡ - έχουν φροντίσει για τα δικά τους συμφέροντα, όχι του λαού. Αυτό θα αλλάξει μόνο όταν η πολιτική καλύψει ένα ευρύτερο τμήμα τής κοινωνίας. Το θετικό των σημερινών προβλημάτων είναι ότι η Τουρκία έχει ήδη κάνει ορισμένα σημαντικά βήματα προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση.


Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.
Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/141444/daron-acemoglu/the-failed-...
Σύνδεσμοι:
[1] http://cpj.org/reports/turkey2012-english.pdf



19 Μαΐου 2014

Ankara to Black Sea. Turkey and Russia's Age-Old Struggle for Regional Supremacy


A game of Diplomacy, May 2014.
 
Diplomacy. (Gideon Rose)

The Ottoman Empire’s loss of Crimea to the Russian Empire in 1783 was a turning point in both civilizations’ histories. For the Ottomans, it was the first permanent loss of a major Muslim territory to a Christian power, in this case Catherine the Great’s Russia, which, like President Vladimir Putin’s Russia, had intervened in a Crimean civil war and eventually annexed the peninsula. For the Russians, it was the beginning of their country’s transformation into a global power; through the Black Sea, Russia could sail on the West.

From 1783 onward, Moscow used its sea presence to bedevil the Ottomans, winning more territory through considerable bloodshed and destruction. Moscow rapidly expanded its naval operations from the Black Sea into the Aegean and Mediterranean seas. As it did, European powers rushed to head off Russia at the Bosporus and Dardanelles straits. The competition led to another war in Crimea, the Crimean War of 1853-56. This one was the result of British and French unwillingness to let Russia fully dominate the Black Sea at the expense of the Ottoman Empire, which also wanted influence in the area. The war was less a local skirmish than a preview of the world wars to come.

On paper, Russia lost the battle and the Ottomans won. In truth, though, it was French and British forces that had really won the war on behalf of the Ottomans. Even so, the Ottoman imperial administrators misinterpreted the victory, and feeling superiority, became lethargic. Russians, meanwhile, used the Crimean defeat as an opportunity to undertake a number of important reforms. In the end, the reforms did not prevent the demise of the Tsarist regime, but they did afford it a slower decline than the one that shook the Ottomans. Thus, by the late nineteenth century, Russia was ready to dominate the Ottoman Empire in the Caucasus, the Balkans, and the Black Sea once more.

Of course, Russian sovereignty there never stopped Turkey from feeling tied to Crimea. In those years, the region became the Paris of Muslim intellectuals. It produced the founding fathers of modern Turkish nationalism, including Yusuf Akçura and İsmail Gasprinski. For Turkey, though, Crimea held more than cultural importance. In his book Shattering Empires, the Princeton associate professor Michael Reynolds reveals that Crimea was also crucial to the Ottoman intelligence system, which believed that if Ukraine could be separated from Russia, Russia would crumble. That could pave the way for Ottoman re-ascendance in the Black Sea. According to intelligence agents, the Ottomans’ best strategy would be to stir up Muslim-Tatar discontent in Crimea.
With Sevastopol and Tartus providing Russia access to warm waters on both sides of the Anatolian peninsula, Turkey will find itself practically surrounded by a swelling Russian Navy.
It is perhaps not surprising, then, that in 1914, the Ottomans entered World War I by bombing Russia’s Sevastopol naval port in Crimea, which had become a symbol of Russian expansionism. The mission was a success; it crippled Russia’s Black Sea operations throughout the Great War. Yet, once again, it was an outside power that had really enabled the Ottoman win. Lacking in naval military technology of its own, the empire had used two smuggled German warships, the Goeben and the Breslau, for the attack. When the Russian ambassador to the Ottoman Empire left Istanbul right after the bombing, he hypothesized that the Ottomans might win the battle but would lose overall: “If Germans win, Ottomans will become their colonies. If the British win, the Ottoman Empire will disintegrate.” By the time he returned to Istanbul after the war was over, he remarked, it might even be a Russian city. In the event, Russia did make more gains against the Ottomans than many Turks initially expected. But the Bolshevik Revolution in 1917, which prompted the Tsar to call his army home from eastern Anatolia, unexpectedly saved the Ottoman Empire from certain Russian onslaught.

The postwar period marked a rare thaw in Russian-Turkish relations. Unable to throw its weight around in the Black Sea because of its post-revolutionary weakness, the newly proclaimed Soviet Union abandoned its former Tsarist expansion strategy and opted for cooperation instead. Meanwhile, the Ottoman Empire was undergoing changes of its own, namely, giving way to the Turkish republic under Mustafa Kemal Atatürk. Indeed, some say that this Lenin-Atatürk era was the only real period of collaboration between Russia and Turkey in history. In those days, popular leaders of both post-imperial states emphasized resistance against the West, and Crimea diminished as a sticking point between them.

But any cordiality between the two powers soon disappeared when Russia, now headed by Joseph Stalin, emerged from World War II as the hegemon of the greater Eurasian basin. He pushed for the restitution of the northeastern Anatolian provinces of Ardahan, Artvin, and Kars to the Soviet Union and demanded a special status for Soviet vessels passing through the Bosporus strait. Several times, Stalin challenged the 1936 Montreux Convention Regarding the Regime of [Turkish] Straits, which had regulated naval passage through the Bosporus and the Dardanelles straits for over a decade. According to Stalin, the agreement was no longer relevant in the post­–World War II world -- a world in which the new Russia could not be subjected to the whims of the Turkish government. In British records of the Yalta Conference at the end of
World War II, Stalin is noted as asking Winston Churchill, then British prime minister, “What would Britain do if Spain or Egypt were given this right to close the Suez Canal, or what would the United States say if some South American republic had the right to close the Panama Canal?” (Prime Minister Anthony Eden’s government would answer in 1956, when the United Kingdom, with France and Israel, tried to reassert its control over the Aswan Dam through military force after Egyptian President Gamal Abdel Nasser did just what Stalin had suggested and closed off the Suez Canal.)

In this period, Turkey, which under Atatürk’s rule had emphasized cooperative nonalignment, had to switch course. It could no longer withstand the pressures of a resurgent Russia. And so it joined NATO in 1952.
When the Soviet Union eventually collapsed, the Black Sea region became more globalized. Countries worked through multilateral organizations such as the BSEC (Organization of the Black Sea Economic Cooperation) and created a system of regional interdependence to diffuse potential post­­–Cold War crises. Turkey emphasized its role as a stabilizer in the Black Sea, and Russia emphasized its ability to provide natural gas for all. Because the region seemed relatively settled, over the last 20 years Turkish academia and the public have paid relatively less attention to it, looking instead to Turkey’s role in the Middle East or to its European Union vocation. Perhaps they shouldn’t have lost focus.


DÉJÀ VU ALL OVER AGAIN

In March, when Russia overtook Crimea and announced its intentions to “fully utilize the geostrategic potential of Crimea” and to further develop Russia’s Black Sea fleet, “an important task for the country when a number of agreements were annulled with Ukraine after the Crimean Peninsula was reunited with Russia last month,” all that changed. Suddenly, peace and stability -- only the second stretch of it in Turkish-Russian history -- once more gave way to Russian expansionism.
Some have argued that marching on Crimea was a last-gasp effort by Putin to save his fragile rule. But from the Turkish perspective, Russia’s invasion of Crimea fits a 340-year pattern. First, some military historians believe, Russia tends to expand when all of its neighbors are weak and unable to respond. Second, domination of the Black Sea is usually a shot across the bow; it presages further interventions. Third, Black Sea domination has inevitably required a revisionist stance on the status of the Bosporus strait, because patrolling Russian ships can only move down into the Mediterranean through that single bottleneck. Of course, Western powers see any Russian presence in the Mediterranean as a threat. Russia, therefore, doesn’t assert itself in the Black Sea without preparing for a conflict (although not necessarily military or immediate) with other major powers.

Many aspects of Russia’s moves in Ukraine do fit that historical pattern. The response from Russia’s Western balancers has been weak and divided. The Syrian war, many argue, demonstrated to Russia that the United States’ ability to project power close to the Russian zone of influence is limited. And nearly every Western military is dealing with major budget cuts. Russia might be weak as well, the thinking goes, but its immediate neighbors are even weaker -- and the West isn’t ready to protect them.
Turkey, too, is dreadfully exposed in the Black Sea. In early August 2013, Turkey’s ruling Justice and Development Party (AKP) canceled the decade-long Turkish National Warship Project (MİLGEM), a naval modernization program that involved the construction of high-tech stealth corvettes. (The cancellation had less to do with the project itself than with the AKP’s feud with the project’s main financier, Koç Corporation.) In September 2013, Turkey made a fateful decision to choose a Chinese HQ-9 T-LORAMIDS missile defense system over Raytheon and Lockheed Martin’s Patriots, Russian S-300s, and Italian-French SAMP/T Aster 30. With MİLGEM shelved and with a shoddy and uncertain missile defense system barely in place, Turkey has no reassuring plan to counter Russia’s expansion of the Black Sea fleet.
Ongoing negotiations over exclusive economic zones in the region, and over Turkey’s offshore oil and gas exploration efforts, will take a hit.
Mark Galeotti, a professor at New York University, contends that Russian capabilities in the Black Sea are still relatively rudimentary, and that the force would not be able to survive a larger confrontation with NATO. But Russia is likely betting that NATO won’t get involved. In fact, Russians still remember the 1853 Crimean War and are good at calculating just how far they can push before provoking a major Western backlash. But even if Moscow is careful, Russian involvement in the Black Sea will inevitably complicate things for Turkey. For one, Russia is confident that Syrian President Bashar al-Assad will eventually win the civil war in Syria and, as thanks for Russian support throughout the war, will allow Moscow longer-term access to the Tartus naval base in Syria. With Sevastopol and Tartus providing Russia access to warm waters on both sides of the Anatolian peninsula, Turkey will find itself practically surrounded by a swelling Russian Navy.

Because of that, ongoing negotiations over exclusive economic zones in the region, and over Turkey’s offshore oil and gas exploration efforts, will take a hit. Russia could potentially start to quibble over the legal status of the Bosporus strait, arguing -- like Stalin -- that Montreux requires updating to give Russia unimpeded access to the area. The Russian Navy has already proved willing to throw its weight around on such matters, especially in the eastern Mediterranean, where Israel and Cyprus have started crisscrossing the sea, surveying for natural gas. In response, Russia has reminded Cyprus of its control over Cypriot banks even as it has treaded more carefully with Israel.

Russia has played much rougher with the United States. It sees gas exploration missions launched from Turkey’s Black Sea coast and run by Exxon-Chevron as Western imperialism. The Crimean invasion was perhaps the clearest Russian warning about those activities to date: Exxon, Chevron, and Shell’s operations in the Black Sea are now in legal limbo. The three companies had signed deals for offshore exploration and drilling along the Ukrainian coast before the Crimean annexation, and now, with a swelling Russian Navy in the Black Sea, those deals are very much in doubt.
By encircling the Anatolian peninsula, Putin is also making a statement against Europe’s Southern Gas Corridor strategy and offering a direct challenge to the Trans-Anatolian Natural Gas Pipeline Project (TANAP), which bypasses Russia to feed Azeri gas into Europe. Russia’s feelings about the matter were perhaps best summed up in a recent statement by Dmitry Rogozin, the Russian deputy premier, who said that two French Mistral-class amphibious assault ships, which Russia purchased from France before the showdown over Crimea, should be delivered to Russia “as soon as possible” or France should return 1.2 billion euros. If Russia does end up acquiring the assault ships, each able to carry 16 helicopters, 70 armored vehicles, and 450 soldiers, they will render Russia capable of launching small-scale incursions into all Black Sea littoral states, which could halt the European Southern Gas Corridor strategy in its tracks.

This all sounds like bad news -- and it is. If there is one reason for hope, though, it is that Russian expansionism under Stalin pushed Turkey to become a staunch NATO ally. The Crimean invasion might just push Turkey, which under Prime Minister Recep Tayyip Erdogan had been drifting away from the West, to remember why his country joined the alliance in the first place. Simply put, neither the Ottoman Empire nor modern Turkey has ever been able to deter or resist Russian expansionism on its own. When it plays along with Russian demands in the short term, Russia has always become more assertive. Since 1689, Turkey’s only real option for survival has been to work with allies. But getting to that point requires a solid and measurable commitment to Turkey by the West. Every time the two have joined forces, the West has made credible demonstrations of its resolve. For now, though, it is unclear whether NATO will get involved in Ukraine. The extent to which it does -- to which it demonstrates a strong will to check Russia -- will determine whether Turkey will join the effort of containment or simply crumble under Russian pressure.

source

17 Μαΐου 2014

ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ TOY CGSC

Σιίτες και Σουνίτες στον ισλαμικό κόσμο (Γράφει ο Γιάννης Σιατούφης στον "ΕΡΑΝΙΣΤΗ")


Ισλάμ στην κυριολεξία σημαίνει «υποτάσσομαι». Είναι η τρίτη μονοθεϊστική θρησκεία μετά την εβραϊκή και τη χριστιανική. Ο Αλλάχ θεωρείται ο μοναδικός θεός, δημιουργός, προνοητής και αναμορφωτής του κόσμου. Το θέλημα του Αλλάχ, στο οποίο οφείλει υποταγή ο άνθρωπος, εκφράζεται μέσω του Κορανίου, του βιβλίου που αποκάλυψε ο Αλλάχ στον αγγελιαφόρο του Μωάμεθ. Ο Μωάμεθ θεωρείται ο τελευταίος μιας σειράς προφητών, όπως Αδάμ, Νώε, Μωυσής, Ιησούς, τους οποίους συμπληρώνει και ακυρώνει με τις αποκαλύψεις του. Ο ισλαμισμός γεννήθηκε στην Αραβία τον 7ο αιώνα μ.Χ. με τη διδασκαλία του προφήτη Μωάμεθ και εξαπλώθηκε γρήγορα από τον Ατλαντικό ως τον Ειρηνικό ωκεανό και από την Αφρική και την Ευρώπη μέχρι την Ασία και αριθμεί κοντά στο 1,5 δισεκατομμύριο πιστούς σε όλο τον κόσμο.

Σημαντικοί ισλαμικοί πληθυσμοί στον κόσμο. Οι Σιίτες με κόκκινο (οι Σουνίτες με πράσινο).
                                             Σημαντικοί ισλαμικοί πληθυσμοί στον κόσμο. 
                                             Οι Σιίτες με κόκκινο, οι Σουνίτες με πράσινο.

Το 622 μ.Χ. που άρχισαν οι νίκες των Βυζαντινών επί αυτοκράτορα Ηράκλειου εναντίον των Περσών είναι το έτος της Εγείρας, όταν ο Μωάμεθ εξορίστηκε από την Μέκκα και κατέφυγε στην Μεδίνα, όπου απέκτησε έναν πρώτο πυρήνα πιστών. Όταν δηλαδή κατατρόπωνε το Βυζάντιο το βασικό του εχθρό, τους Πέρσες, ο Μωάμεθ έθετε τις βάσεις για τη θρησκευτική και πολιτική ένωση των Αράβων. Το έργο του, αν και πνευματικά φτωχό και υπανάπτυκτο, περιείχε μια τρομερή ορμητικότητα και φοβερό δυναμισμό. Λίγα χρόνια μετά το θάνατο του προφήτη άρχισε η κίνηση των Αράβων έξω από την άγονη χερσόνησο της Αραβίας. Στόχος τους δεν ήταν τόσο να προσηλυτίσουν λαούς στη νέα πίστη, όσο να κατακτήσουν νέες χώρες και να υποτάξουν τους «άπιστους».

Η αναλογία Σουνιτών Σιιτών στις χώρες της Μ. Ανατολής
                           Η αναλογία Σουνιτών Σιιτών στις χώρες της Μ. Ανατολής

Παρά όμως την ιδέα της ένωσης των Αράβων, όπως τη δίδαξε ο προφήτης Μωάμεθ, λίγα μόλις χρόνια μετά το θάνατό του ( 632μ.Χ.) ξέσπασαν έντονες διαφορές ανάμεσα στους μουσουλμάνους. Μάλιστα οι διαφορές ήταν κυρίως πολιτικές και ξεπήδησαν από το ζήτημα της ηγεσίας των Αράβων. Ο προφήτης δεν φρόντισε να ορίσει από μόνος του έναν συνεχιστή των διδαχών του και οι μουσουλμάνοι διχάστηκαν εξ αιτίας του ζητήματος της διαδοχής του. Η βασική αντίρρηση προήλθε από όσους πίστευαν ότι χαλίφης μπορεί να γίνει μόνο κάποιος άνθρωπος που κατάγεται από την οικογένεια του προφήτη. Οι υποστηριχτές αυτής της άποψης ονομάστηκαν σιίτες, (σι’ατ Αλή, «κόμμα του Αλή». Ο Αλή ήταν εξάδελφος του Μωάμεθ και είχε παντρευτεί την κόρη εκείνου, τη Φατιμά). Οι υποστηρικτές της άλλης άποψης, που αναγνωρίζουν ως νόμιμους διαδόχους του Μωάμεθ τους τρεις πρώτους μετά από εκείνον χαλίφηδες, δηλαδή τον Αμπού Μπεκρ, τον Ομάρ και τον Οσμάν ή Οθμάν, ονομάζονται Σουνίτες.
Ο τρίτος χαλίφης Οσμάν ή Οθμάν κατηγορήθηκε για κακή διοίκηση και η δυσαρέσκεια στο πρόσωπό του οδήγησε στη δολοφονία του στις 17 Ιουνίου 656 μ.Χ. . Σκληρός εμφύλιος πόλεμος ξέσπασε ανάμεσα στον Μωαβία, που ανακηρύχτηκε χαλίφης στη Συρία, και στον Αλή, τον γαμπρό του Μωάμεθ, που ήταν ο νέος χαλίφης της Μεδίνας. Ο εμφύλιος  των Αράβων τελείωσε 5 χρόνια μετά, το 661 μ.Χ. με τη δολοφονία του Αλή και του γιου του Χουσεΐν από το Μωραβία, τον ιδρυτή της δυναστείας των Ομεϊαδών Χαλίφων. Οι Σιίτες έχουν ως αγίους μεγαλομάρτυρες, τον Αλή και τον γιο του Χουσεΐν. Μια φορά το χρόνο οι πιστοί του Σιισμού, σε ανάμνηση των μαρτυρίων του Χουσεΐν, αυτομαστιγώνονται και αυτοβασανίζονται σε λατρευτικές εκδηλώσεις που κρατούν 10 μέρες.

Ο Σιιτισμός, λοιπόν,  είναι ένας από τους δυο κύριους κλάδους του Ισλάμ. Η λέξη προέρχεται από το αραβικό σι’α που σημαίνει «μερίδιο». Η Σι’ατ Αλί (αραβικά: شيعة علي‎  ​, που σημαίνει «υποστηρικτές του Αλή» ή «ομάδα του Αλή») είναι η πιο σημαντική επιζώσα αίρεση των μουσουλμάνων. Οι οπαδοί της, οι Σιίτες, θεωρούν τον Αλί Ιμπν Αμπί Ταλίμπ, τον γαμπρό του Προφήτη Μωάμεθ, ως διάδοχό του στην ηγεσία της μουσουλμανικής κοινότητας. Μετά τη δολοφονία του Αλή οι οπαδοί του, οι σιίτες, διεκδίκησαν την αποκατάσταση της οικογένειας του Αλή στην εξουσία και από το αίτημα αυτό αναπτύχθηκε η σιιτική αρχή της νομιμότητας ή το θείο δικαίωμα της «αγίας οικογένειας» του Μωάμεθ να κυβερνά.
Την πρώτη περίοδο οι Σιίτες χρησιμοποίησαν αυτή την αρχή της νομιμότητας για να καλύψουν την αποδοκιμασία τους ενάντια στη δυναστεία των Ομεϊαδών και στην υποκίνηση κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Όμως αργότερα οι Σιίτες έδωσαν θεολογικό περιεχόμενο στις πολιτικές θέσεις. Η επίδραση από την ιρανική δυϊστική παράδοση έκανε τους Σιίτες να δώσουν στον ιμάμη τη μορφή ενός μεταφυσικού όντος. Μόνο μέσω του ιμάμη μπορεί να γίνει γνωστό το αληθινό μήνυμα του Κορανίου, γιατί μόνο ο ιμάμης είναι αλάθητος. Οι Σιίτες αναγνωρίζουν μόνο 12 τέτοιους ιμάμηδες, ο δε τελευταίος, ο Μωχάμεντ αλ-Μουντάζαρ εξαφανίστηκε τον 9ο αιώνα. Από τότε μόνο οι Μουτζταχίντ, δηλαδή οι Σιίτες ιερείς, μπορούν να ερμηνεύουν το Κοράνι μέχρι να επιστρέψει ο τελευταίος ιμάμης. Οι Σιίτες αναγνωρίζουν, σε αντίθεση με τους Σουνίτες, την ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης και ικανότητας να γνωρίζει το καλό και το κακό. Επιτρέπουν έναν πρόσκαιρο γάμο με μια συμφωνία καθορισμένης διάρκειας και εισάγουν στον ισλαμισμό το στοιχείο του πάθους.
Οι Σιίτες είναι περίπου 40 εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο. Η χώρα που η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της είναι Σιίτες είναι το Ιράν. Μεγάλες κοινότητες σιιτών ζουν σε Ιράκ και Μπαχρέιν. Το ένα τρίτο του πληθυσμού στο Λίβανο είναι επίσης σιίτες, ενώ στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Συρία ζουν μεγάλες κοινότητες σιιτών.
Από την άλλη πλευρά οι Σουνίτες δίνουν έμφαση στην σούνα (παράδοση) του προφήτη Μωάμεθ. Ορισμένες φορές οι σουνίτες μουσουλμάνοι αναφέρονται ως «ορθόδοξοι». Πάντως είναι το πολυπληθέστερο από τα δύο κύρια ισλαμικά «δόγματα». Οι Σουνίτες θεωρούν ότι παραμένουν πιστοί στην παράδοση (σούνα), η οποία κατ” αυτούς αποτελείται από τις έξι Χαντίθ («Αναφορές») που συντάχθηκαν τον 3ο αιώνα μετά το Μωάμεθ (τον 9ο μ.Χ.). Αντίθετα οι Σιίτες αποδέχονται τη δική τους Χαντίθ.

Οι Σιίτες είναι περίπου 40 εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο. Η χώρα που η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της είναι Σιίτες είναι το Ιράν. Μεγάλες κοινότητες σιιτών ζουν σε Ιράκ και Μπαχρέιν. Το ένα τρίτο του πληθυσμού στο Λίβανο είναι επίσης σιίτες, ενώ στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Συρία ζουν μεγάλες κοινότητες σιιτών.
Οι Σιίτες είναι περίπου 40 εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο. Η χώρα που η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της είναι Σιίτες είναι το Ιράν. Μεγάλες κοινότητες σιιτών ζουν σε Ιράκ και Μπαχρέιν. Το ένα τρίτο του πληθυσμού στο Λίβανο είναι επίσης σιίτες, ενώ στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Συρία ζουν μεγάλες κοινότητες σιιτών.
  
Ο όρος Σούνα υποδηλώνει ότι ο σωστός δρόμος είναι ο δρόμος της πλειονότητας των Μουσουλμάνων, σε αντίθεση με τις περιθωριακές θέσεις των σχισματικών Σιιτών, οι οποίοι είναι καταδικασμένοι στην κόλαση. Οι Σουνίτες δίνουν μεγάλη σημασία στην έννοια της κοινότητας και το συμβιβασμό και τη σύνθεση των απόψεων μέσα στην κοινότητα. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να δράσει εκτός της σφαίρας της θεϊκής παντοδυναμίας.
Η συντριπτική πλειονότητα των Μουσουλμάνων είναι Σουνίτες π.χ. όλα σχεδόν τα βορειοαφρικανικά κράτη γύρω από τη έρημο Σαχάρα είναι σουνιτικά, πράγμα που ισχύει και για χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, η Ινδονησία, το Μπαγκλαντές, η Παλαιστίνη και η Τουρκία.
Επομένως βλέπουμε ότι προαιώνια έχθρα χωρίζει τα δύο μουσουλμανικά δόγματα με πολιτικές και θεολογικές διαφορές. Αυτές οι διαφορές σε συνδυασμό με γεωπολιτικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων και των χωρών της περιοχής προκάλεσαν π.χ. τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ το 1980 ή  τον εμφύλιο στο Ιράκ με επιθέσεις εναντίον Σιιτών από Σουνιτικές ριζοσπαστικές ομάδες, οι οποίες συνδέονται με την αλ-Κάιντα, με αποτέλεσμα εκατόμβη νεκρών από το 2003.
Ο πόλεμος που μαίνεται στη Συρία είναι μεταξύ των Σύρων ανταρτών, οι οποίοι  στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι Σουνίτες και  μάχονται κατά  του  φίλα προσκείμενου στο σιιτικό Ιράν καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Άσσαντ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος larousse Britannic
www.tovima.gr/world/article/?aid=471943
http://el.wikipedia.org/wiki/Σουνίτες
G. Ostrogorsky «Ιστορία του βυζαντινού κράτους», τόμος πρώτος Ιστορικές Εκδόσεις  Στεφ. Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1995.


16 Μαΐου 2014

Η διάσωση του ΕΥΡΩ και το GREXIT (το πλήρες δημοσίευμα των FT σε μετάφραση του Euro2day)



Πώς «κάηκε» το δημοψήφισμα του Παπανδρέου-Το καυτό παρασκήνιο στις Κάννες το 2011

A' Πώς «κάηκε» το δημοψήφισμα του Παπανδρέου (του Peter Spiegel)

Αποκαλύψεις για τη «διάσωση του ευρώ». Πώς στήθηκε στον τοίχο ο ΓΑΠ από τους Ευρωπαίους. Ο ρόλος Βενιζέλου - Μπαρόζο. Το τηλεφώνημα σε Σαμαρά και η επιλογή Παπαδήμου. Η παρ' ολίγον έκρηξη της Ιταλίας, τα… δάκρυα της Αγκελα Μέρκελ και η παρέμβαση του Ομπάμα.


ΠΗΓΗ: FT.com
Copyright The Financial Times Ltd. All rights reserved.




Προς κατάπληξη σχεδόν όλων στην αίθουσα, η Άγκελα Μέρκελ άρχισε να κλαίει. «Das ist nicht fair». Αυτό δεν είναι δίκαιο, είπε οργισμένη η Γερμανίδα καγκελάριος με τα μάτια της να βουρκώνουν. «Ich bringe mich nicht selbst um». Δεν θα αυτοκτονήσω.
Για όσους ήταν μάρτυρες αυτού του ξεσπάσματος στη μικρή αίθουσα συνεδριάσεων στο γαλλικό παραθαλάσσιο θέρετρο των Καννών, ήταν αρκετά σοκαριστικό να βλέπουν τον πιο ισχυρό ηγέτη της Ευρώπης με το μεγαλύτερο συναισθηματικό έλεγχο να ξεσπά σε δάκρυα.
Οι παρευρισκόμενοι όμως μεταφέρουν ότι η σκηνή ήταν ακόμη πιο αξιοσημείωτη για τους δύο άνδρες που είχαν προκαλέσει την οργή της: ο ένας καθόταν δίπλα της, ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί, και ο άλλος στην άλλη άκρη του τραπεζιού, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα.
Ήταν το χειρότερο σημείο σε μία «βάναυση» νύχτα γεμάτη αλληκοκατηγορίες, την οποία ένας εκ των παρευρισκόμενων θυμάται ως το ναδίρ στην τριετή κρίση της ευρωζώνης.
Ο Ν. Σαρκοζί ήλπιζε ότι η ηγεσία του στη σύνοδο του G20 θα εδραίωνε την παρουσία του στη διεθνή σκηνή καθώς διεκδικούσε την επανεκλογή του. Αντί αυτού, όμως, όλα κατέρρεαν.
Η Ελλάδα κατέρρεε πολιτικά. Η Ιταλία, μία χώρα πολύ μεγάλη για να καταρρεύσει, φαινόταν ότι σε λίγες ημέρες θα έχανε κάθε πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Και η Α. Μέρκελ, όσο κι αν προσπαθούσε ο Ν. Σαρκοζί και ο Μπ. Ομπάμα, δεν πειθόταν να αυξήσει τις γερμανικές εισφορές για το «τείχος προστασίας» της ευρωζώνης - το «μεγάλο μπαζούκα» που πίστευαν ότι έπρεπε να ενισχυθεί δραστικά για να αποτρέψει τις επιθέσεις των πανικοβλημένων επενδυτών.
Αντιθέτως, αν και βρισκόταν στη γωνία, η Α. Μέρκελ επέστρεψε την κριτική που δεχόταν στον Ν. Σαρκοζί και τον Μπ. Ομπάμα. Εάν δεν τους άρεσε ο τρόπος με τον οποίο διαχειριζόταν την κατάσταση η κυβέρνησή της, τότε έφταιγαν εκείνοι. Σε κάθε περίπτωση, ήταν ο δικός τους συμμαχικός στρατός που είχε «επιβάλει» το γερμανικό Σύνταγμα στον ηττημένο του πολέμου πριν από έξι δεκαετίες.
«Στο σημείο αυτό ήταν σαφές ότι θα μπορούσε να εκραγεί η ευρωζώνη», δήλωσε μέλος της γαλλικής αντιπροσωπείας στις Κάννες. «Υπήρχε το συναίσθημα ότι με μετάδοση της κρίσης, σε αυτό το χρονικό σημείο, βρισκόμασταν στα πρόθυρα της έκρηξης».
Τους τελευταίους έξι μήνες, οι Financial Times έκαναν δεκάδες συνεντεύξεις σε ανθρώπους που πήραν μέρος στη λήψη αυτών των αποφάσεων ώστε να πουν όλη την ιστορία για το πώς δημιουργήθηκε αυτή η νέα ευρωζώνη. Από μεσαίους γραφειοκράτες μέχρι πρωθυπουργούς, όλοι διηγούνται τη συγκλονιστική ιστορία των ατυχημάτων, των λαθών και της φαινομενικά παράτολμης πολιτικής. Στο τέλος όμως, αυτοί οι ίδιοι οι ηγέτες φαίνεται πως επικράτησαν. Το ευρώ σώθηκε. Η Ευρώπη που δημιούργησαν, καλώς ή κακώς, θα είναι το κληροδότημά τους.

 

Η απόφαση Παπανδρέου

Όπως σχεδόν τα πάντα σε αυτήν την κρίση της ευρωζώνης, έτσι και αυτή η ιστορία ξεκίνησε στην Ελλάδα. Ο ψηλόλιγνος απόγονος της πιο διάσημης πολιτικής δυναστείας στην Ελλάδα επέστρεψε στην Αθήνα αφού είχε ολοκληρωθεί μία από τις πιο κρίσιμες ευρωπαϊκές συνόδους για να διαπιστώσει ότι η χώρα του βρισκόταν σε αναταραχή. Στις 27 Οκτωβρίου στις Βρυξέλλες, είχε συμφωνήσει στη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση κρατικού χρέους στην Ιστορία. Στο εσωτερικό της χώρας του, όμως, τον κατηγορούσαν.
Στην παρέλαση της Θεσσαλονίκης, η παρουσία χιλιάδων διαδηλωτών -όπου συμπεριλαμβάνονταν ακροδεξιοί και αναρχικοί- ανάγκασε τον πρόεδρο της χώρας, Κάρολο Παπούλια, να φύγει. Ο Γ. Παπανδρέου είπε αργότερα στους ομότιμους πρωθυπουργούς πως ένιωσε ότι αυτό το περιστατικό ήταν σημάδι πως η χώρα του βρισκόταν στα πρόθυρα ενός νέου πραξικοπήματος.
«Όλοι έλεγαν πως η κυβέρνηση είναι προδότες» θυμάται ο Έλληνας πρώην πρωθυπουργός και συμπληρώνει: «Συνειδητοποίησα ότι η κατάσταση έβγαινε εκτός ελέγχου».
Εκείνο το Σαββατοκύριακο, μάζεψε μία μικρή ομάδα συμβούλων και αποκάλυψε το σχέδιό του: θα ζητούσε εθνικό δημοψήφισμα για το νέο πρόγραμμα στήριξης των 172 δισ. ευρώ. Αυτοί που επέκριναν τη συμφωνία, εκ των οποίων ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αντώνης Σαμαράς, αλλά και εσωκομματικοί αντάρτες, θα αναγκάζονταν να διαλέξουν πλευρά και πιθανότατα θα στήριζαν το πακέτο, καθώς η επικρατέστερη εναλλακτική θα ήταν η έξοδος από το ευρώ, υποστήριξε ο Γ. Παπανδρέου. Η νίκη θα του έδινε τη λαϊκή εντολή για τις μεταρρυθμίσεις που ζητούσαν οι δανειστές.
Ο Γ. Παπανδρέου, όμως, δεν συμβουλεύτηκε κανέναν άλλο πέρα από τον στενό του κύκλο. Αντιθέτως, εκείνο το βράδυ παρουσίασε το σχέδιό του ως τετελεσμένο γεγονός στους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ. Όσοι βρίσκονταν στο δωμάτιο -εκ των οποίων και ο υπουργός Οικονομικών Ευάγγελος Βενιζέλος- σοκαρίστηκαν. «Το βράδυ της Κυριακής, κατά την τελευταία μας κατ’ ιδίαν συνάντηση, ο Γ. Παπανδρέου μίλησε μόνο για μία πρόταση περί ψήφου εμπιστοσύνης και καθόλου για δημοψήφισμα» δήλωσε ο κ. Βενιζέλος, προσθέτοντας ότι τις επόμενες ώρες υπέφερε από έντονους πόνους στην κοιλιακή χώρα που τον ανάγκασαν να πάει στο νοσοκομείο. «Σύμφωνα με την ιατρική γνωμάτευση, ήταν αποτέλεσμα του στρες».
«Θυμάμαι πως το πρώτο που σκέφτηκα ήταν: 'Ελπίζω να το έχει πει στη Μέρκελ'» είπε ένας υπουργός.
Ο Γ. Παπανδρέου αργότερα ισχυρίστηκε ότι είχε αφήσει υπόνοιες στους υπόλοιπους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάποιοι αναγνωρίζουν αόριστες αναμνήσεις κι άλλοι δεν θυμούνται τίποτα. «Εγώ ποτέ δεν το πήρα στα σοβαρά» δήλωσε ένας εξ αυτών και συμπλήρωσε: «Μου έμοιαζε κάπως απελπισμένο».

 

Η αντίδραση Σαρκοζί

Έτσι, όταν ο Ν. Σαρκοζί έμαθε ότι ο Γ. Παπανδρέου είχε αποφασίσει να θέσει την προσεκτικά σχεδιασμένη συμφωνία για το πρόγραμμα στήριξης σε δημοψήφισμα εξερράγη. «Ήταν οργισμένος», είπε ένας βοηθός του.
Οι αγορές ομολόγων της ευρωζώνης, οι οποίες είχαν προσωρινά μαζευτεί μετά τη συμφωνία για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, βρέθηκαν σε πανικό πωλήσεων. Οι αποδόσεις των 10ετών κρατικών ομολόγων της Ελλάδας αυξήθηκαν κατά 16,2% σε μία μέρα. Πιο ανησυχητικό ήταν το γεγονός ότι το κόστος δανεισμού για τις ισχυρότερες κυβερνήσεις της ευρωζώνης άρχισε να πλησιάζει σε επίπεδα που ανάγκασαν κι άλλες χώρες σε προγράμματα διάσωσης.
Ο Ν. Σαρκοζί κάλεσε τους στενότερους συμβούλους του σε μία έκτακτη συνάντηση. Σύμφωνα με άτομο που συμμετείχε σε αυτήν, η αρχική αντίδραση του Γάλλου προέδρου ήταν να εξαναγκάσει τον Γ. Παπανδρέου σε αλλαγή πορείας. Είτε θα αποδεχόταν το νέο πακέτο χωρίς προϋποθέσεις άμεσα ή η Ελλάδα θα οδηγούνταν εκτός ευρώ.
Ο Ενρί Γκουιάνο, ο έμπιστος του Σαρκοζί, σημείωσε πως ο ίδιος ο Σαρλ ντε Γκολ προτιμούσε τα δημοψηφίσματα από την κοινοβουλευτική πολιτική. Εάν ζητούσε από τον Παπανδρέου να ακυρώσει ένα δημοψήφισμα θα ήταν σαν να αντιτίθεται στις παραδόσεις που τους κληροδότησε ο ντε Γκολ. Έτσι, ο Ν. Σαρκοζί κατέληξε σε έναν συμβιβασμό: ο Γ. Παπανδρέου θα προχωρούσε με το δημοψήφισμα, αλλά όχι για το πακέτο στήριξης.

 

Η πρόσκληση στις Κάννες

Ο Ν. Σαρκοζί τηλεφώνησε στην Α. Μέρκελ και συμφώνησαν σε μία στρατηγική. Θα καλούσαν τον Παπανδρέου στις Κάννες, όπου σε 48 ώρες θα διεξαγόταν η σύνοδος του G20 και θα τον έπειθαν να κάνει το δημοψήφισμα με το ερώτημα εάν η Ελλάδα θα παραμείνει στην ευρωζώνη.
Στο Βερολίνο, η Α. Μέρκελ διχάστηκε για το θέμα του «Grexit», και πολλοί σύμβουλοι -ειδικότερα ο ισχυρός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε- υποστήριξαν ότι θα έδενε περισσότερο τα 16 εναπομείναντα μέλη και θα τους έδινε τη δυνατότητα να βγουν από την κρίση.
«Ήθελε πολύ να είναι ένα σαφές ερώτημα εντός ή εκτός ευρώ» δηλώνει Γερμανός αξιωματούχος. «Για εκείνη το σημείο κλειδί ήταν εάν οι ίδιοι οι Έλληνες ήθελαν να είναι εντός ή εκτός και εάν με το δημοψήφισμα αποφάσιζαν ότι θέλουν την έξοδο, τότε ο δρόμος θα ήταν ευκολότερος».
Πολλοί αξιωματούχοι ακόμη αναρωτιούνται γιατί ο Παπανδρέου συμφώνησε να εμφανιστεί στις Κάννες για να τον επιπλήξουν. Αν και εξεπλάγη με το ξέσπασμα θυμού από τους Ευρωπαίους ηγέτες, ο ίδιος δήλωσε ότι χάρηκε για την ευκαιρία που είχε να αποσπάσει στήριξη για την ιδέα του δημοψηφίσματος σε παγκόσμιο επίπεδο.

 

Το «τελεσίγραφο»

Ο Ν. Σαρκοζί κάλεσε τους ομότιμους ηγέτες στο Παλάτι στις 5:30 μ.μ. την Τετάρτη, μία ώρα πριν συναντηθούν με τον Παπανδρέου, για να συμφωνήσουν στον τρόπο με τον οποίο θα τον αντιμετωπίσουν.
Στη συνάντηση συμμετείχαν η Α. Μέρκελ, ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου και πρόεδρος του Eurogroup, η Κριστίν Λαγκάρντ, γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, και οι δύο πρόεδροι της Ε.Ε., Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο και Χέρμαν Βαν Ρομπάι.
Ο Ν. Σαρκοζί έδωσε σε όλους ένα λευκό χαρτί με τίτλο Position commune sur la Grèce – Κοινή θέση για την Ελλάδα. «Η ιδέα ήταν να μπει ο Παπανδρέου στη γωνία» δήλωσε ένας από τους παρευρισκόμενους.
Το σχέδιο έξι σημείων του Σαρκοζί -που έχουν στη διάθεσή τους οι F.T.- ήταν σαφές και σκληρό. Ο Έλληνας πρωθυπουργός έπρεπε να δεχθεί το πρόγραμμα στήριξης που είχε συμφωνηθεί την προηγούμενη εβδομάδα και δεν θα δινόταν καμία περαιτέρω βοήθεια μέχρις ότου το κοινοβούλιο της χώρας το επικύρωνε με την ψήφο του.
«Είμαστε πάντα έτοιμοι να βοηθήσουμε την Ελλάδα παρά τη μονομερή απόφαση να ανακοινωθεί το δημοψήφισμα χωρίς πρότερη ενημέρωση» αναφέρει το δεύτερο σημείο, σε μία σαφή ένδειξη της οργής του κ. Σαρκοζί. Το έκτο σημείο είναι το πιο ξεκάθαρο: «Το δημοψήφισμα θα αφορά μόνο την ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση».
Ο Γ. Παπανδρέου στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι αυτός που πάλεψε μαζί του για να αλλάξει η διατύπωση του δημοψηφίσματος ήταν κυρίως ο Ν. Σαρκοζί και πως η Α. Μέρκελ ήταν με τη δική του πλευρά. Όσοι βρίσκονταν στην αίθουσα, όμως, αναφέρουν ότι μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών -συμπεριλαμβανομένης της Α. Μέρκελ- υπήρχαν ελάχιστες διαφωνίες.
Έχοντας συμφωνήσει στη γραμμή για την Ελλάδα, ο Ν. Σαρκοζί γύρισε τη συζήτηση σε κάτι που τους απασχολούσε περισσότερο: στην Ιταλία. Το δημοψήφισμα του Παπανδρέου είχε δημιουργήσει ένα δίλημμα για την Ελλάδα, αλλά επίσης έβγαλε στην επιφάνεια έναν πολύ μεγαλύτερο φόβο: ότι η μετάδοση από την Αθήνα θα διαχεόταν σε όλη την ευρωζώνη. Η χώρα που αντιμετώπιζε τον μεγαλύτερο κίνδυνο ήταν η Ιταλία.
Με δημόσιο χρέος σχεδόν 2 τρισ. ευρώ -το τέταρτο μεγαλύτερο στον κόσμο- οι αξιωματούχοι του ιταλικού υπουργείου Οικονομικών εκτιμούσαν ότι ένα τριετές πρόγραμμα στήριξης θα άγγιζε περίπου τα 600 δισ. ευρώ. Δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα στην Ε.Ε. ή στο ΔΝΤ γι' αυτό. Η Ιταλία ήταν απλούστατα πολύ μεγάλη για να διασωθεί.
«Δεν μπορούσαμε να αντέξουμε το κόστος της Ιταλίας» ανέφερε αξιωματούχος του γαλλικού υπουργείου Οικονομικών και συμπλήρωσε: «Κανένας δεν μπορούσε. Θα ήταν κατά συνέπεια πιθανότατα το τέλος της ευρωζώνης».
Η Κρ. Λαγκάρντ έφτασε στις Κάννες με ένα σχέδιο, να τεθεί η Ιταλία σε ένα «προληπτικό πρόγραμμα» 80 δισ. ευρώ, σε μία γραμμή πίστωσης που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, αλλά θα οδηγούσε επίσης σε εντατική παρακολούθηση, ώστε να εξασφαλιστεί ότι ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο πρωθυπουργός της Ιταλίας που είχε απολέσει την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων ηγετών, θα εφάρμοζε τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Υποστήριξε πως μόνο έτσι οι αγορές θα άρχιζαν να δανείζουν και πάλι την Ιταλία με βιώσιμο επιτόκιο. «Η Ιταλία δεν έχει αξιοπιστία» δήλωσε η Κρ. Λαγκάρντ στη συζήτηση.
Αλλά η απόφαση για την Ιταλία μπορούσε να περιμένει. Ο Γ. Παπανδρέου αναμενόταν από στιγμή σε στιγμή.

 

Ο ψυχολογικός πόλεμος

Στη συνάντηση, πολλοί από τους συμμετέχοντες έμειναν άναυδοι. Στο ημερολόγιό του, ο υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας Φρανσουά Μπορουάν, έκανε λόγο για ψυχολογικό πόλεμο. Άλλοι, ειδικότερα οι δύο πρόεδροι της Ε.Ε., είπαν στη συνέχεια στους συνεργάτες τους ότι ένιωθαν πολύ άβολα με το γεγονός πως μία μικρή ομάδα Ευρωπαίων ηγετών πίεζαν τον εκλεγμένο πρωθυπουργό μιας χώρας. «Ποτέ δεν είδα μία συνάντηση τόσο έντονη και τόσο δύσκολη» είπε ένας εκ αυτών των συνεργατών.
Από τη στιγμή που ο Γ. Παπανδρέου με τον Ε. Βενιζέλο έφτασαν στην αίθουσα, ο Ν. Σαρκοζί ξεκίνησε αυτό που ένας αξιωματούχος χαρακτήρισε «the full Sarkozy»: μία στοχευμένη, οργισμένη αποκήρυξη της απόφασης του Παπανδρέου για δημοψήφισμα.
«Σαφέστατα το συναίσθημα ήταν: κάναμε τα πάντα για να σας βοηθήσουμε, κάναμε τα πάντα για να σας κρατήσουμε στην ευρωζώνη, πήραμε οικονομικό και πολιτικό κίνδυνο» είπε μέλος της γαλλικής αποστολής. «Είναι η μεγαλύτερη αναδιάρθρωση χρέους του κόσμου, στην Ιστορία, και τώρα το μόνο που κάνετε είναι να μας προδίδετε».
Ο Παπανδρέου αιφνιδιάστηκε. «Έρχεται και αρχίζει να μιλά έξαλλος για το δημοψήφισμα», λέει για τον Σαρκοζί. «Η θέση του Σαρκοζί ήταν πολύ επιθετική. Δεν ήταν ευγενική. Πολύ-πολύ ισχυρή και πολύ επιθετική, ώστε να μπει η Ελλάδα στο δίλημμα: εντός ή εκτός» είπε ο Ε. Βενιζέλος.
Οι Έλληνες προσπάθησαν να αντεπιτεθούν. Ο Παπανδρέου παρουσίασε το σχέδιό του: το δημοψήφισμα θα γινόταν σε έναν μήνα και θα ανάγκαζε τον Σαμαρά και τους εσωκομματικούς του αντιπάλους να ευθυγραμμιστούν, δεδομένου ότι ακόμη και οι πιο δηλητηριώδεις επικριτές του δεν θα μπορούσαν να αντιταχθούν στη μόνη σωτηρία για την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη. Τότε ο Παπανδρέου διάβασε την προτεινόμενη διατύπωση για το δημοψήφισμα. «Ήταν μία κάπως μεγάλη παράγραφος» παραδέχθηκε ο Έλληνας πρωθυπουργός.

 

«Πρέπει να το λύσουμε εδώ»

Η Α. Μέρκελ ήταν η πρώτη που αντέδρασε και δεν ήταν χαρούμενη. «Ή θα το λύσουμε αυτό εδώ, μεταξύ μας ή στα μάτια του κόσμου θα έχουμε αποτύχει» είπε. «Wir müssen entscheiden» - πρέπει να αποφασίσουμε. «Ή θέλετε να μείνετε εντός ευρωζώνης ή όχι» είπε.
Όσοι βρίσκονταν στην αίθουσα είπαν ότι ο Παπανδρέου εμφανώς αποθαρρύνθηκε καθώς συνεχιζόταν η μάχη. Όταν κουράστηκε, ο Ε. Βενιζέλος ανέλαβε τη μάχη, που για πολλούς ήταν σημάδι ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχε καταστεί εξαντλημένη πολιτική δύναμη και ο Ε. Βενιζέλος, ο οποίος εδώ και καιρό εποφθαλμιούσε την πρωθυπουργία, κινήθηκε για να εκμεταλλευθεί την αλλαγή των συνθηκών.
Ήταν η αλλαγή στη γλώσσα του σώματος που πρόσεξε ο Μπαρόζο, ο οποίος καθόταν αθόρυβα. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είπε αργότερα στους συνεργάτες του ότι η σκηνή που ξετυλίχτηκε μπροστά του τον έκανε να ανησυχεί περισσότερο. Πέρα από τη γενική συζήτηση περί ελληνικής εξόδου από το ευρώ, η οποία κατά τους αξιωματούχους της Κομισιόν θα προκαλούσε ανεξέλεγκτο πανικό στις αγορές για τον ευρωπαϊκό Νότο, η προοπτική μηνιαίας καμπάνιας για το δημοψήφισμα σήμαινε εβδομάδες αβεβαιότητας, δηλαδή αυτό ακριβώς που προσπαθούσαν να αποφύγουν καθώς οι αποδόσεις των ιταλικών ομολόγων είχαν φτάσει σε επικίνδυνα επίπεδα.

 

Το τηλεφώνημα Μπαρόζο σε Σαμαρά

Εν αγνοία του Ν. Σαρκοζί και της Α. Μέρκελ, τηλεφώνησε στον Α. Σαμαρά, τον τότε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης από το ξενοδοχείο του πριν ξεκινήσει η συνάντηση. Γνώριζε ότι εκείνος ήθελε απεγνωσμένα να αποφύγει το δημοψήφισμα.
Ο Α. Σαμαράς του είπε ότι τώρα ήταν πρόθυμος να συνυπογράψει σε μία κυβέρνηση εθνικής ενότητας μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ - κάτι που επιμελώς απέφευγε επί μήνες, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει την πρωθυπουργία.
Ο Μπαρόζο κάλεσε το συμβούλιό του και στελέχη της Κομισιόν στη σουίτα του στο Hotel Majestic Barrière για να χαράξει στρατηγική. Αποφάσισε ότι δεν θα έλεγε στον Ν. Σαρκοζί ή στην Α. Μέρελ για εκείνη τη συνομιλία, αλλά σύμφωνα με άτομα που βρέθηκαν σε εκείνη τη σουίτα, ξεκίνησε τη συζήτηση για πιθανά ονόματα τεχνοκρατών που θα μπορούσαν να πάρουν τα ηνία από τον Παπανδρέου σε μία κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Το πρώτο πρόσωπο που είπε ο Μπαρόζο ήταν ο Λουκάς Παπαδήμος. Σε μία εβδομάδα, ο Λ. Παπαδήμος ανέλαβε καθήκοντα.

 

Το τετ α τετ Μπαρόζο - Βενιζέλου

Παρατηρώντας τον Ε. Βενιζέλο μερικές ώρες αργότερα, ο Μπαρόζο είδε την ευκαιρία. Ο Ν. Σαρκοζί έκλεισε τη συνάντηση διαβάζοντας ξανά το σχέδιο των έξι σημείων, είπε στον Παπανδρέου να επιστρέψει στην Αθήνα και να «πάρει μία απόφαση» και ο Μπαρόζο πήρε τον Βενιζέλο στην άκρη.
«Πρέπει να σκοτώσουμε αυτό το δημοψήφισμα» του είπε. Ο υπουργός Οικονομικών συμφώνησε σχεδόν αμέσως. Το τέλος του δημοψηφίσματος θα ήταν επίσης το τέλος του Παπανδρέου.
Μετά από κάποια σύντομα σχόλια στον Τύπο όπου είπε ότι «το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα κρίνει την παραμονή ή μη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ», ο Παπανδρέου πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς το αεροδρόμιο της Νίκαιας. Στο αυτοκίνητο, γύρισε στον Ε. Βενιζέλο και του είπε ότι τα πράγματα δεν είχαν πάει τόσο άσχημα όσο φοβόταν. Ο Ε. Βενιζέλος ήταν δύσπιστος. Κατά την πτήση προς Αθήνα, ενώ ο Γ. Παπανδρέου κοιμόταν, ο Βενιζέλος ενθαρρύνθηκε από την παραίνεση του Μπαρόζο και είπε σε έναν βοηθό του να συντάξει μία δήλωση που θα κοινοποιούσε με την προσγείωση του αεροπλάνου, στις 4:45 π.μ. της Πέμπτης. «Η θέση της Ελλάδας μέσα στο ευρώ είναι μια ιστορική κατάκτηση της χώρας που δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Το κεκτημένο αυτό του ελληνικού λαού δεν μπορεί να εξαρτηθεί από τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος».
Το δημοψήφισμα του Παπανδρέου είχε πεθάνει. Όπως και η πρωθυπουργία του.

 

Το σχέδιο για χρηματοδότηση του Ταμείου μέσω των SDRs

Για μήνες ο Ομπάμα έβλεπε την κατάσταση στην Ευρώπη να γίνεται όλο και χειρότερη και η ανησυχία μεγάλωνε. Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Tim Geithner προσπαθούσε να περάσει μαθήματα από την τραπεζική κρίση στις ΗΠΑ, κυρίως ότι μόνο ένα μεγάλο τείχος κρατικού χρήματος μπορεί να καθησυχάσει τους επενδυτές.
Ωστόσο οι Αμερικανοί καταλάβαιναν ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες κινούνταν διαφορετικά. Οι ΗΠΑ είχαν μόνο ένα στόχο, λέει Ευρωπαίος που συνάντησε τον Geithner. Η ευρωζώνη έπρεπε να σωθεί γιατί διαφορετικά θα υπήρχε μεγάλη ύφεση (depresson) στην Ευρώπη και αυτό θα επηρέαζε την οικονομία της υπερδύναμης.
Η αμηχανία όμως ήταν εμφανής και η επιτομή της ήταν οι σχέσεις με τη Μέρκελ που συχνά έβρισκε την αμερικανική παρέμβαση ακατάλληλη και μη επιθυμητή. Το Βερολίνο πίεσε για να εμπλακεί το ΔΝΤ, αλλά η Μέρκελ έλεγε στους συναδέλφους της ότι οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται από Ευρωπαίους.
Ωστόσο πολλοί σε Βρυξέλλες, Φρανκφούρτη και Παρίσι καλωσόρισαν την αμερικανική παρέμβαση ως ένα αντίβαρο στο Βερολίνο.
Όταν οι Ευρωπαίοι ηγέτες κλήθηκαν ξανά από τον Σαρκοζί στις 9:30 το βράδυ στις Κάννες είδαν με έκπληξη τον Ομπάμα να προεδρεύει στη συνάντηση. Πολλοί πίστευαν ότι η βραδιά θα αφιερωνόταν στην προσπάθεια να πειστεί ο Μπερλουσκόνι να καταφύγει η Ιταλία στο ΔΝΤ, κάτι που οι Ιταλοί είχαν απορρίψει το πρωί.
Ωστόσο ο Ομπάμα ξεκίνησε με κάτι διαφορετικό. Ένα σχέδιο να αυξηθεί το τείχος προστασίας της Ευρώπης. Για Γάλλους και Αμερικανούς η περισσότερο προφανής πηγή για να χρηματοδοτηθεί το τείχος ήταν η ΕΚΤ. Αλλά το Βερολίνο για πολύ καιρό στεκόταν ενάντια στη χρηματοδότηση κρατών από την κεντρική τράπεζα. Ήταν θέμα αρχής, το οποίο είχε τις ρίζες του στη γερμανική ιστορία.
Οι αντιπροσωπείες της Γαλλίας και των ΗΠΑ είχαν δουλέψει σε ένα σχέδιο που θα έπειθε τις αγορές ότι υπάρχει αρκετό χρήμα για να αποφευχθεί ελληνική πτώχευση ή κάποια άλλη χωρίς να προσκρούει στις αντιρρήσεις της Γερμανίας και ήλπιζαν ότι στις Κάννες αυτό θα γινόταν αποδεκτό. Περιελάμβανε μια μορφή μετρητού που δεν είναι πολύ γνωστή: τα Ειδικά Τραβηχτικά Δικαιώματα (special drawing rights  - SDRs).
Τυπικά δεν είναι χρήμα. Δημιουργήθηκαν από το ΔΝΤ το 1969 ως αντικατάστατο του χρυσού και του δολαρίου στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό λογιστικό. Γνωστά ως «χάρτινος χρυσός» δεν μπορούν να κατέχονται από κανέναν άλλον πλην του ΔΝΤ και πρέπει να μετατραπούν σε άλλο νόμισμα πριν ξοδευτούν.
Το 2009 μετά την κρίση που προκάλεσε η Lehman Brothers το G20 αύξησε το ποσό των SDRs κατά 250 δισ. δολάρια. Στις Κάννες οι ΗΠΑ και η Γαλλία ήθελαν κάτι ανάλογο. Αντί όμως για το ΔΝΤ η ευρωζώνη θα διέθετε SDRs αξίας 140 δισ. ευρώ για ένα ταμείο διάσωσης.
Ακόμα και αυτοί που σχεδίασαν την πρόταση παραδέχονται ότι ήταν βιαστική. Στη συνάντηση ο Ομπάμα είπε ότι «οι ΗΠΑ θα προτιμούσαν η ΕΚΤ να δράσει όπως η Fed, αλλά αυτό δεν δείχνει να είναι εφικτή επιλογή», μια ξεκάθαρη αναφορά στις γερμανικές αντιδράσεις.

 

Το «όχι» του Jens Weidmann

Η Μέρκελ είχε ένα ακόμα πρόβλημα. Ήταν ανοικτή στην πρόταση, αλλά τα SDRs δεν ελέγχονται από κυβερνήσεις, αλλά από τις κεντρικές τράπεζες. Και ο Jens Weidmann επικεφαλής της Bundesbank διαφώνησε.
Από πηγές του ΔΝΤ ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης είχε μάθει για το σχέδιο και έτσι έγραψε γρήγορα μια επιστολή προς την καγκελάριο για τη διαφωνία του.
Η διαφωνία ήταν ιδεολογική, αλλά και πρακτική. Εκτίμησε ότι η χρήση ξένων αποθεματικών για τη δημιουργία του Ταμείου θα έστελνε λάθος μήνυμα στις αγορές και θα ήταν δείγμα απελπισίας. Το βασικό πρόβλημα όμως ήταν ότι τα SDRs, όπως τα αποθέματα χρυσού μιας χώρας, είναι μέρος των συναλλαγματικών διαθεσίμων και αποκλειστικά θέμα της κεντρικής τράπεζας η διαχείρισή τους. Δεν είχε πρόβλημα να αυξηθεί το ποσό που δόθηκε το 2009 στο ΔΝΤ, αλλά η χρήση τους για ένα ευρωπαϊκό ταμείο διάσωσης θα δημιουργούσε ένα επικίνδυνο προηγούμενο, εκτίμησε.
Στην επιστολή καλούσε τη Μέρκελ να απορρίψει την πρόταση. Αυτή η επιστολή όμως δεν έφτασε έγκαιρα στη γερμανική αντιπροσωπεία στις Κάννες. Η διαφωνία έγινε γνωστή από το τηλέφωνο. Υπήρξε σειρά τηλεφωνημάτων σε μια προσπάθεια να αλλάξει γνώμη ο κεντρικός τραπεζίτης. Αλλά δεν άλλαξε.
Τελικά στη συνάντηση όταν έγινε η πρόταση από τον Σαρκοζί και τον Ομπάμα η Μέρκελ είπε τα «κακά» νέα: η Bundesbank διαφωνεί και η ίδια δεν μπορεί να το δεχτεί χωρίς την Bundesbank. Είπε ότι υποστηρίζει πολιτικά το σχέδιο και πως αν η Ιταλία δεχτεί να λάβει βοήθεια 80 δισ. ευρώ από το ΔΝΤ η ίδια θα πάει στη γερμανική Βουλή να ζητήσει αύξηση του ποσού για το Ταμείο Διάσωσης. Για τα SDRs όμως η απάντηση ήταν «όχι».

 

Τα δάκρυα της Μέρκελ

Η Μέρκελ ήταν στη γωνία. Ο Ομπάμα υποστήριξε ότι η ιδέα της προσφυγής της Ιταλίας στο ΔΝΤ ήταν κακή. Ο Σαρκοζί προσπάθησε να πετύχει έναν συμβιβασμό. Οι ΗΠΑ ήθελαν η Γερμανία να συνεισφέρει με τα SDRs, αλλά η Γερμανία προσέφερε «μερική» δέσμευση αν η Ιταλία έμπαινε σε πρόγραμμα του ΔΝΤ. Ο Ιταλός υπουργός Οικονομικών Giulio Tremonti ήταν ξεκάθαρος: η Ιταλία δέχεται παρακολούθηση του ΔΝΤ, αλλά όχι πρόγραμμα.
Θα μπορούσε το ιταλικό σχέδιο για παρακολούθηση της οικονομίας από το Ταμείο, συν δέσμευση της Γερμανίας να βοηθήσει με διμερή δάνεια να ήταν αρκετό; Αυτό αναρωτήθηκε ο Γάλλος πρόεδρος.
«Όχι. Η Γερμανία έχει το 1/4 από όλες τις τοποθετήσεις της ευρωζώνης σε SDRs», απάντησε ο Ομπάμα. «Αν έχεις όλες τις χώρες της ευρωζώνης, αλλά όχι τη Γερμανία αρχίζει να χάνεται η αξιοπιστία».
Τότε ήρθε το ξέσπασμα δακρύων της Μέρκελ. «Δεν είναι δίκαιο. Δεν μπορώ να αποφασίσω ενάντια στην Bundesbank. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό».
Το ξέσπασμα μετρίασε τις αμερικανικές και τις γαλλικές απαιτήσεις για συμφωνία εδώ και τώρα. «Είδε ότι το παρατράβηξε», σχολιάζει για τη στάση του Ομπάμα Ευρωπαίος που ήταν στον χώρο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος ρώτησε αν η Μέρκελ μπορούσε να λύσει το θέμα με την Bundesbank ως τη Δευτέρα, ενώ επίσης αναρωτήθηκε αν μπορεί να υπάρξει αναφορά στην απόφαση της Συνόδου. Αμφότεροι δεν είχαν καταλάβει την καγκελάριο. «Δεν πρόκειται να πάρω τόσο μεγάλο ρίσκο χωρίς να λάβω κάτι από την Ιταλία. Δεν πρόκειται να αυτοκτονήσω».
Έτσι, έληξε η συνάντηση.
Οι ηγέτες βρέθηκαν ξανά το επόμενο πρωί, αλλά το momentum είχε χαθεί. «Η καταιγίδα πέρασε», είπε κάποιος που μετείχε και στις δύο συναντήσεις. Το σχέδιο για τα SDRs δεν ξαναείδε το φως.
Αργότερα ο Μπερλουσκόνι αποκάλυψε στη συνέντευξη τύπου αυτό που όλοι ήθελαν να μείνει μυστικό: το ΔΝΤ του προσέφερε ένα σχέδιο διάσωσης. Η Ιταλία έλαβε έτσι το στίγμα ότι χρειάζεται πρόγραμμα στήριξης χωρίς να πάρει χρήματα. Οι αγορές αντέδρασαν.
Η αποτυχία στις Κάννες τροφοδότησε με οξυγόνο τη φωτιά της κρίσης. Σε μια εβδομάδα τα επιτόκια στα ιταλικά ομόλογα έφτασαν το 7,5%. Της Ελλάδας εκτοξεύτηκαν στο 33%, επίπεδο χωρίς προηγούμενο για ανεπτυγμένη χώρα.
Χωρίς νέο τείχος προστασίας δεν ήταν ξεκάθαρο τι θα έσωζε το ευρώ...



Το μυστικό σχέδιο για το Grexit - Οι νέες αποκαλύψεις των FT

B' Ολο το μυστικό σχέδιο «Ζ» για το Grexit

Το απόρρητο σχέδιο «Ζ» για έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. Τι προέβλεπε και γιατί προκάλεσε τρόμο στις Βρυξέλλες. Ο ρόλος Προβόπουλου, Παπαδήμου και ο φόβος bank run. Η στροφή Σαμαρά και πώς σώθηκε η παρτίδα. Γιατί έκανε πίσω η Μέρκελ.
 





Κάθε εργάσιμη ημέρα από τότε που ξέσπασε η κρίση, ο Γιώργος Προβόπουλος, ο γκριζομάλλης διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ελλάδας, συγκαλούσε στις 6 μ.μ. στο γραφείο του μια μικρή ομάδα έκτακτης ανάγκης για την επιθεώρηση της κατάστασης των ελληνικών τραπεζών. Αυτό που άκουσε στις 15 Ιουνίου 2012 ήταν αρκετό για να τον κάνει να χλομιάσει.
Ήταν την Παρασκευή πριν από τις βουλευτικές εκλογές -τη δεύτερη εκλογική αναμέτρηση μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα- και η χώρα φαινόταν να βυθίζεται στον πανικό. Εκείνη την ημέρα, οι Έλληνες απέσυραν πάνω από 3 δισ. ευρώ από τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς ή περίπου 1,5% του ΑΕΠ. Η Τράπεζα της Ελλάδος παρακολουθούσε τους πολίτες να μεταφέρουν χρήματα από τις τράπεζες στα στρώματά τους τα τελευταία τρία χρόνια, αλλά ποτέ σε τέτοια κλίμακα.
«Μέσα σε λίγες ημέρες, θα μπορούσε να είχε ξεσπάσει μια κανονική τραπεζική κρίση», ανέφερε σε συνέντευξή του ο κ. Προβόπουλος. Με τον ρυθμό αυτό η Ελλάδα θα είχε ξεμείνει από χαρτονομίσματα μέσα σε μία ή δύο μέρες.
Ωστόσο, εν αγνοία σχεδόν ολόκληρου του ελληνικού πολιτικού κατεστημένου, μια μικρή ομάδα αξιωματούχων της Ε.Ε. και του ΔΝΤ εργαζόταν μυστικά για μήνες προετοιμαζόμενη για την κατάρρευση των ελληνικών τραπεζών. Το μυστικό τους πρόγραμμα δράσης, γνωστό και ως σχέδιο «Ζ», ήταν ένα λεπτομερές κείμενο για το πώς θα αναδομούνταν η οικονομική και η τραπεζική υποδομή της Ελλάδας σε περίπτωση που έφευγε από το ευρώ.
Το σχέδιο συγκροτήθηκε από είκοσι περίπου αξιωματούχους, σε μικρές ομάδες εργασίας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις Βρυξέλλες, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη Φρανκφούρτη και στο ΔΝΤ στην Ουάσιγκτον. Αξιωματούχοι που εργάστηκαν στο μέχρι πρότινος κρυφό σχέδιο επέμειναν ότι δεν ήταν ένας χάρτης για να αναγκαστεί η Ελλάδα να φύγει από το ευρώ. Ήταν ακριβώς το αντίθετο.
Οι ίδιοι φοβούνταν ότι το Grexit θα είχε εκρηκτικές συνέπειες για τις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές, προκαλώντας μαζικές τραπεζικές αναλήψεις σε άλλες δοκιμαζόμενες οικονομίες της ευρωζώνης και δημιουργώντας ερωτήματα για το ποια θα είναι η επόμενη χώρα που θα φύγει από το ευρώ.
Αλλά από τις αρχές τους 2012, πολλοί εξ αυτών των αξιωματούχων πίστευαν πως ήταν ανεύθυνο να μην είναι προετοιμασμένοι για έξοδο της Ελλάδας. «Πάντα λέγαμε: είναι στόχος μας να τους κρατήσουμε μέσα», ανέφερε ένας εκ των μελών της ομάδας. «Είναι μηδενική η πιθανότητα να φύγουν; Όχι. Αν είναι κανείς στο συμβούλιο μιας εταιρείας και έχει πιθανότητα μόλις 10% για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, προετοιμάζεται για το χειρότερο», σημείωσε.
Τους τελευταίους έξι μήνες, οι Financial Times έχουν πάρει συνεντεύξεις από δεκάδες αξιωματούχους που είχαν άμεση εμπλοκή στην καταπολέμηση της κρίσης της ευρωζώνης, για να εξετάσουν πώς στο τελευταίο επεισοδιακό της έτος οι ηγέτες αυτοί μεταμόρφωσαν το ευρωπαϊκό σχέδιο σε κάτι εντελώς νέο: σε μια πολύ πιο συγκεντρωτική ευρωζώνη όπου οι θεσμοί της Ε.Ε. έχουν αναλάβει ευρύτατες οικονομικές και χρηματοπιστωτικές εξουσίες, που κάποτε ανήκαν στις εθνικές κυβερνήσεις. Οι ψηφοφόροι που τάσσονται κατά αυτής της συγκέντρωσης εξουσιών στις Βρυξέλλες και στη Φρανκφούρτη μπορεί να αποτελέσουν μια σημαντική δύναμη στις ευρωεκλογές της επόμενης εβδομάδας.

 

Μια νέα αίσθηση επείγοντος

Ήταν ωστόσο άλλη μία παρ' ολίγον καταστροφή για την Ελλάδα -η οποία ως τα μέσα του 2012 είχε αντιμετωπίσει τις εξεγέρσεις, την εκτίναξη της ανεργίας και τη λιτότητα που είχαν προκαλέσει τα τέσσερα χρόνια οικονομικής συρρίκνωσης στα πρότυπα της Μεγάλης Ύφεσης-, η οποία θα ανάγκαζε τους Ευρωπαίους ηγέτες να αναλάβουν άμεση δράση. Από το 2009, η οικονομία της χώρας είχε συρρικνωθεί 20%.
Σε καμία άλλη στιγμή της κρίσης το ενιαίο νόμισμα της Ευρώπης δεν βρισκόταν σε μεγαλύτερο κίνδυνο κατάρρευσης από τις εβδομάδες πριν και μετά τις ελληνικές βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου. Ο σχεδιασμός του Grexit έγινε πιο επιτακτικός όταν άρχισε να φαίνεται ότι το αριστερό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ -καθοδηγούμενο από τον αντιμνημονιακό «επαναστάτη» Αλέξη Τσίπρα- βρισκόταν μια ανάσα από τη νίκη. «Αυτή ήταν η στιγμή που είπα στον εαυτό μου: Πρέπει να τελειώσουμε αυτήν τη δουλειά», είπε πρόσωπο που συμμετείχε στο σχέδιο «Ζ».

 

Η κρίση παίρνει κεφάλια

Την ώρα που η πλειονότητα των ηγετών του κόσμου πετούσε για το Λος Κάμπος του Μεξικού για το ετήσιο συνέδριο του G20 που γινόταν το ίδιο Σαββατοκύριακο με τις ελληνικές εκλογές, κάποιοι Ευρωπαίοι -μια μικρή ομάδα αξιωματούχων- βρίσκονταν στα γραφεία τους σε περίπτωση που το σχέδιο «Ζ» έπρεπε να ενεργοποιηθεί.
Εργάζονταν υπό τις εντολές του Όλι Ρεν, του επιτρόπου για οικονομικά θέματα, ο οποίος είχε ακυρώσει την πτήση του για το Μεξικό για να παραμείνει στις Βρυξέλλες. Ο Μάριο Ντράγκι, ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έμεινε στη Φρανκφούρτη και ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου και επικεφαλής του Eurogroup, ήταν και αυτός σε επιφυλακή.
Το σχέδιο «Ζ» δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ. Ο ΣΥΡΙΖΑ του κ. Τσίπρα ήρθε δεύτερος, επιτρέποντας στα δύο μεγάλα κόμματα και στη ΔΗΜΑΡ να σχηματίσουν έναν άβολο συνασπισμό και να συμφωνήσουν τελικά να συνεχίσουν στο μονοπάτι του προγράμματος διάσωσης.
Όμως ανώτατοι αξιωματούχοι ανέφεραν πως το παρ' ολίγον ατύχημα εκείνου του καλοκαιριού και οι συνεχείς συζητήσεις για την παραμονή της Ελλάδας συνέβαλαν στο να ξεκαθαρίσει η στάση των πολιτικών της ευρωζώνης - ειδικά στο Βερολίνο όπου οι διαμάχες για το αν έπρεπε να φύγει η Ελλάδα μαίνονταν για πάνω από τρεις μήνες, προτού αποφασίσει να τις τελειώσει η Γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ.

 

Μια εντυπωσιακή αναστροφή

Η συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρώ είναι ένα επίμαχο ζήτημα από τη στιγμή που η χώρα υιοθέτησε το κοινό νόμισμα το 2001. Μετά από χρόνια προειδοποιητικών μηνυμάτων, η Eurostat, η στατιστική υπηρεσία της Ε.Ε., ξεκίνησε έρευνα το 2004 από την οποία βρήκε ότι η Ελλάδα είχε δώσει λανθασμένα στοιχεία, ανακοινώνοντας νούμερα που παρουσίαζαν πιο θετική εικόνα για την κατάσταση των δημοσιονομικών της.
Παρά την ενδημική κακοδιαχείριση, η Αθήνα κατάφερε να εκμεταλλευτεί τα χαμηλά επιτόκια που έφερε η συμμετοχή στην ευρωζώνη για να συνεχίσει την ξένοιαστη πορεία με δανεικά. Οι ηγέτες της Ε.Ε. δεν έδωσαν σημασία στα προειδοποιητικά μηνύματα των λογιστών των Βρυξελλών.
Αλλά όταν το 2011 το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας άρχισε να ταλανίζεται, το ζήτημα μεταφέρθηκε από τις σκονισμένες εκθέσεις της Ε.Ε. σε συνεδριάσεις κεκλεισμένων των θυρών μεταξύ των πιο ισχυρών Ευρωπαίων ηγετών. Σύμφωνα με πολλούς αξιωματούχους της Ε.Ε., ο Σόιμπλε, ο πανίσχυρος Γερμανός υπουργός Οικονομικών, έγινε ο πιο ένθερμος συνήγορος του Grexit.
Mέχρι τις αρχές του 2012 ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης γινόταν σε θεωρητικό επίπεδο, κυρίως από οικονομολόγους και διάφορα υπουργεία Οικονομικών, καθώς και από το οικονομικό διευθυντήριο της Επιτροπής, που προσπάθησε να υπολογίσει τον αντίκτυπο που θα είχε το Grexit στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη ευρωζώνη.
Επί της ουσίας, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ο σχεδιασμός εναλλακτικών σχεδίων ήταν περιορισμένος, ίσως και ανύπαρκτος. Ο Ζαν Κλοντ Τρισέ, ο επικεφαλής της ΕΚΤ ως τον Νοέμβριο του 2011, απέκλεισε κάθε συζήτηση για Grexit από φόβο πως ακόμα και μία υποψία ότι το σκέφτεται η κεντρική τράπεζα θα οδηγούσε σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία, ανέφεραν πρώην αξιωματούχοι της ΕΚΤ.
Στις Βρυξέλλες, μια ομάδα υπό τις οδηγίες του Μάρκο Μπούτι, επικεφαλής του οικονομικού διευθυντηρίου της Κομισιόν, είχε συγκεντρώσει στα κρυφά δεδομένα, με στόχο να πείσει τη Γερμανία και τους συμμάχους ότι το Grexit θα προκαλούσε πολύ μεγαλύτερο χάος από αυτό που υπολόγιζαν. Όμως δεν υπήρξαν πιο συγκροτημένες κινήσεις σχεδιασμού, από φόβο ότι θα υπάρξουν διαρροές.
Μόνο στο ΔΝΤ, το οποίο είχε τεράστια εμπειρία από κάθε είδους καταστροφές, είχε αρχίσει να γίνεται σοβαρή δουλειά.
Όταν το θέμα του Grexit θίχτηκε για πρώτη φορά δημοσίως κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του G20 στις Κάννες τον Νοέμβριο του 2011-οπότε η Μέρκελ και ο Σαρκοζί πίεζαν για δημοψήφισμα εξόδου ή όχι από το ευρώ- δεν υπήρχε σχέδιο αν η Ελλάδα επέλεγε να αποχωρήσει.

Αρκετοί υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της Ε.Ε. δήλωναν έκπληκτοι που η Μέρκελ και ο Σαρκοζί είχαν προβάλει την ιδέα της εθελοντικής εξόδου από την Ε.Ε., την οποία προηγουμένως αρνούνταν επίμονα. Ακόμη και αξιωματούχοι που εργάζονταν στενά με τους δύο ηγέτες αιφνιδιάστηκαν. «Έπεσα από την καρέκλα μου», δήλωσε ένας από αυτούς που συμμετείχαν στις κλειστές συζητήσεις με τους δύο ηγέτες.

Η επεξεργασία του σχεδίου «Ζ» ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2012 υπό την επίβλεψη τεσσάρων ανδρών. Ο Άσμουνσεν, ο Γερμανός που συμμετείχε στο εκτελεστικό συμβούλιο της ΕΚΤ, είχε αναλάβει μετά από εντολή Ντράγκι να είναι επικεφαλής του «project» στο πλαίσιο της ΕΚΤ.

Ο Τ. Βίζερ, επικεφαλής του Euro Working Group ανέλαβε τον συντονισμό με τις Βρυξέλλες. Επίσης συμμετείχε και ο κ. Μπούτι, ενώ ο Π. Τόμσεν, επικεφαλής της αποστολής του ΔΝΤ, στην Αθήνα, παρείχε στοιχεία από το ΔΝΤ.
Οι προσπάθειες να κρατηθούν μυστικές οι πληροφορίες από τα μικρά επιτελεία των τεσσάρων ανδρών ήταν ισχυρές για τον ίδιο λόγο που ο Τρισέ είχε απαγορεύσει έναν τέτοιο σχεδιασμό: η δημόσια αποκάλυψη του σχεδίου θα προκαλούσε τέτοιο πανικό που θα τους ανάγκαζε να το θέσουν σε λειτουργία.
Σύμφωνα με έναν παράγοντα των συνομιλιών, δεν συντάχθηκε ποτέ ούτε ένα έγγραφο του σχεδίου και οι συνομιλητές δεν αντάλλαξαν ούτε ένα email σχετικά με το έργο τους. «Ήταν απολύτως προστατευμένο, ακόμη και εντός των θεσμών», δήλωσε ο αξιωματούχος. «Ακόμη και ανάμεσα στις ομάδες υπήρχε τείχος προστασίας». Αποφασίστηκε να μη συμμετέχουν Έλληνες αξιωματούχοι, λόγω του φόβου διαρροών.
Τα τείχη προστασίας απέδωσαν. Κατά τη διάρκεια δείπνου μεταξύ του προέδρου της Κομισιόν Μ. Μπαρόζο και της Α. Μέρκελ στην καγκελαρία στο Βερολίνο δύο εβδομάδες σχεδόν πριν από τις ελληνικές εκλογές, η Α. Μέρκελ ζήτησε από τον Μπαρόζο να της επιβεβαιώσει ότι υπάρχει σχέδιο στην περίπτωση που η Ελλάδα απορρίψει τις προϋποθέσεις της διάσωσης και επέλθει το Grexit.
Ο κ. Μπαρόζο παραδέχτηκε την ύπαρξη του σχεδίου και προσφέρθηκε να της το παρουσιάσει, εκείνη όμως απάντησε ότι της φτάνει ο λόγος του, σύμφωνα με τις πληροφορίες. Στο γερμανικό σύστημα, η Bundestag έχει δικαίωμα να απαιτήσει να δει τέτοιου είδους έγγραφα και οι ανώτατοι Γερμανοί αξιωματούχοι φοβούνταν ότι θα υποχρεωνόταν να αποκαλύψει το σχέδιο αν το είχε σε χαρτί.

 

Από τα λόγια στην πράξη

Αν και οι F.T. δεν απέκτησαν πρόσβαση στα αρχεία του σχεδίου «Ζ», αξιωματούχοι που τα είδαν σχολιάζουν ότι αντιστοιχούσε σε ένα λεπτομερές σενάριο για το πώς θα δημιουργηθεί ένα νέο χρηματοπιστωτικό σύστημα από το μηδέν.
Στην Ουάσιγκτον, παράγοντες του ΔΝΤ ετοίμασαν μια 20σέλιδη προσομοίωση δράσεων. Αντλώντας από την εμπειρία τους σε τραπεζικές καταρρεύσεις και νομισματικές κρίσεις, είπαν ότι το λεπτομερές σχεδιάγραμμα του ΔΝΤ περιελάμβανε δραματικές κινήσεις, όπως κλείσιμο όλων των ΑΤΜs και επιβολή ελέγχων στα σύνορα για την αποτροπή μαζικής εξόδου κεφαλαίων.
Στην ΕΚΤ, οι αξιωματούχοι μελέτησαν την εμπειρία της Αργεντινής με την έκδοση IOU  (από το αγγλικό «I owe you» που σημαίνει «σου χρωστάω»), ανεπίσημου εγγράφου ανάληψης μιας υποχρέωσης πληρωμής σε αντικατάσταση των χαρτονομισμάτων κατά τη διάρκεια της νομισματικής κρίσης 2001, αφού τα νομίσματα και τα χαρτονομίσματα που θα κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα δεν θα είχαν πλέον νόμιμη ισχύ. Ανάμεσα στις επιλογές ήταν η έκδοση ελληνικών υποσχετικών χρέους IOU σε αξία περίπου μισή από τα ευρώ που θα υπήρχαν, καθώς η εκτύπωση νέων τραπεζογραμματίων στην Ελλάδα θα ήταν διαδικαστικός εφιάλτης.
Οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ μελέτησαν επίσης την εισαγωγή νέων δηναρίων στο Ιράκ από τον αμερικανικό στρατό το 2003, αλλά πάλι φοβήθηκαν την τεχνική πρόκληση. Οι ΗΠΑ έκαναν τρεις μήνες για το έργο, αλλά είχαν πίσω τους τον μεγαλύτερο στρατό στον κόσμο και τα εργαλεία του. Η Ελλάδα είχε πολύ περιορισμένες δυνατότητες εκτύπωσης και μετά την εισαγωγή του ευρώ τύπωνε σχεδόν μόνο χαρτονομίσματα των 10 ευρώ.
Αναλόγως περίπλοκο ήταν το βασικό «υδραυλικό σύστημα» της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα, όπως κάθε χώρα της ευρωζώνης, συνδέεται μέσω του δικτύου Target 2, ένα κολοσσιαίο εσωτερικό σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών που λειτουργεί η ΕΚΤ και οι εθνικές τράπεζες και επιτρέπει τις περισσότερες εμπορικές συναλλαγές. Αν αποσυνδεόταν από το Target 2, δεν θα μπορούσαν να γίνουν οι εκκαθαρίσεις συναλλαγών και η οικονομία θα έμενε παγωμένη. Το δε σύνολο του συστήματος θα έπρεπε να ξαναστηθεί.
Ανάλογος όγκος εργασίας έπεφτε στις Βρυξέλλες. Κάποια κομμάτια έφταναν σε αδιέξοδο λόγω της νομοθεσίας της Ε.Ε.: Πώς θα μπορέσει μια μαντρωμένη οικονομία να παραμείνει πλήρως ενταγμένο μέλος της εσωτερικής αγοράς της Ε.Ε., που απαιτεί ελεύθερη κίνηση αγαθών; Ποιες νομικές αρχές θα αναλάμβαναν τον έλεγχο κεφαλαίων; Άλλες προετοιμασίες ήταν πολύ πιο πρακτικές, όπως ποιοι αξιωματούχοι θα εμφανιστούν στον κόσμο να ανακοινώσουν το νέο στάτους της Ελλάδας.
Για πολλούς που εργάστηκαν στο έργο, το «σχέδιο Ζ» ήταν μια άσκηση τόσο επιχειρημάτων, όσο και πράξεων. Ήθελαν να δείξουν στους υπέρμαχους του Grexit ότι ήταν ένας ηράκλειος άθλος, κάτι που δεν θα μπορούσαν να υποστηρίξουν, όταν καταλάβουν πόσο δύσκολο είναι. Αλλά το καλοκαίρι του 2012 οι Έλληνες ψηφοφόροι σχεδόν τους υποχρέωσαν.

 

Μια σκληρή χρεοκοπία

Με την προσοχή της Ευρώπης στραμμένη στη Γαλλία, όπου ο Σαρκοζί διεξήγαγε έναν αποτυχημένο αγώνα επανεκλογής την ίδια ημέρα με τις πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα, λίγοι ήταν εκείνοι εκτός Ελλάδας που περίμεναν την καταιγίδα που πλησίαζε. Ακόμη και εντός αυτής, πολλοί πολιτικοί ηγέτες έμειναν έκπληκτοι όταν άρχισαν να βγαίνουν τα αποτελέσματα το απόγευμα της Κυριακής 6 Μαΐου.
Στα τελευταία 40 χρόνια περίπου από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974, στην εκλογική πολιτική της Ελλάδας κυριαρχούσαν δύο κόμματα, το αριστερό ΠΑΣΟΚ και η δεξιά Νέα Δημοκρατία. Αλλά όσο βάθαινε η κρίση, εν μέσω κατηγοριών από τους επιθεωρητές του μνημονίου για κακοδιαχείριση των κυβερνήσεων και από τα δύο κόμματα, το status quo άρχισε να διαλύεται.
Αντικυβερνητικές ομάδες της δεξιάς και αριστεράς, που κάποτε θεωρούνταν περιθωριακές, άρχισαν να κερδίζουν τη συμπάθεια του εκλογικού σώματος. Το νεοναζιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής βρήκε δεκτικό κοινό στους αποξενωμένους φτωχούς των πόλεων. Ο χαρισματικός κ. Τσίπρας βρήκε το δικό του εύφορο έδαφος στους υποστηρικτές του ΠΑΣΟΚ, που είχε διαπραγματευτεί τα μνημόνια.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η Ν.Δ. κέρδισε την αναμέτρηση, αλλά με ποσοστό κάτω του 19%, δηλαδή 14,6 μονάδες χαμηλότερα από τις προηγούμενες εκλογές. Ακόμη πιο δραματική ήταν η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, που ήρθε πίσω από τον ΣΥΡΙΖΑ, με μόλις 13%, δηλαδή 31 μονάδες χαμηλότερα από το 2009.
«Δεν διαβάζαμε σωστά όσα συνέβαιναν στην ελληνική κοινωνία», σχολίασε βετεράνος του ΠΑΣΟΚ. «Γνωρίζαμε ότι υπήρχε πολλή οργή, αλλά καθώς ήμασταν δεμένοι με το μνημόνιο και θέλαμε να πετύχει και πιστεύαμε ότι η χώρα χρειάζεται αλλαγή, δεν είδαμε -κανένας δεν είδε- την άνοδο της Χ.Α. ούτε τη θεαματική ανέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε τη δική μας κατάρρευση».
Ένας άνθρωπος που δεν εξεπλάγη ήταν ο Λουκάς Παπαδήμος, ο τεχνοκράτης πρωθυπουργός της Ελλάδας, που είχε καταφέρει να κρατήσει τη χώρα όρθια κατά τη διάρκεια της εξάμηνης θητείας του. Σε συνέντευξή του, ο πρώην κεντρικός τραπεζίτης δήλωσε ότι οι δημοσκοπήσεις τις παραμονές των εκλογών τον έκαναν να ανησυχεί τόσο πολύ για το γεγονός ότι θα αποδειχθούν ατελέσφορές, που έμεινε στο γραφείο του τη νύχτα της Κυριακής ώστε να προετοιμαστεί για το σοκ στις αγορές.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ελληνικές αρχές φοβούνταν ότι μετά τις εκλογές τα πράγματα θα ξέφευγαν αν τα ανταγωνιστικά κόμματα δεν κατάφερναν να σχηματίσουν κυβέρνηση γρήγορα. Φοβόταν όμως επίσης ότι η νέα κυβέρνηση, υπό τον ΣΥΡΙΖΑ ή και τη Ν.Δ., θα απέρριπτε το πρόγραμμα διάσωσης, υποχρεώνοντας την Ε.Ε. να τραβήξει την πρίζα. Ο κίνδυνος ήταν να μην επιτρέψει το εκλογικό αποτέλεσμα τον σχηματισμό κυβέρνησης που θα υποστήριζε το νέο οικονομικό πρόγραμμα, ανέφερε ο κ. Παπαδήμος.
Σε τηλεδιάσκεψη, οι επτά Ευρωπαίοι ηγέτες που κατευθύνονταν στο Λος Κάμπος για τη σύνοδο του G20 συμφώνησαν να παραμείνουν σε μια κοινή γραμμή: Θα υπόσχονταν στήριξη στην Ελλάδα, αλλά μόνο εφόσον εκείνη υποτασσόταν στις προϋποθέσεις του προγράμματος διάσωσης. Δεν θα γινόταν επαναδιαπραγμάτευση.
Χωρίς κεφάλαια διάσωσης, η Αθήνα δεν θα μπορούσε πλέον να πληρώσει τα έξοδά της και υπήρχε κι ένα ομόλογο 3,1 δισ. ευρώ που έληγε τον Αύγουστο, τμήμα του οποίου κατείχε η ΕΚΤ.
Μια σκληρή χρεοκοπία, με αποτυχία αποπληρωμής ομολόγου, θεωρούνταν επί μακρόν ο πιο πιθανός δρόμος για το Grexit, αφού δεν υπήρχε κανένας να δανείσει στην Αθήνα.
Δεν θα ήταν μόνο η κυβέρνηση που θα έμενε από ρευστό. Εκείνη την περίοδο, οι ελληνικές τράπεζες εξαρτώνταν από τον έκτακτο δανεισμό της κεντρικής τράπεζας για να παραμείνουν ζωντανές γιατί ο ιδιωτικός τομέας είχε σταματήσει να δανείζει. Για να πάρουν αυτά τα δάνεια οι τράπεζες έπρεπε να παράσχουν κάποιο είδος εγγύησης, που για τα περισσότερα κράτη της ευρωζώνης σήμαινε κρατικά ομόλογα. Αυτά τα ομόλογα θα ήταν άχρηστα σε περίπτωση σκληρής χρεοκοπίας, οπότε τα δάνεια θα κόβονταν. Χωρίς έκτακτη ρευστότητα, οι ελληνικές τράπεζες θα κατέρρεαν. Χωρίς τράπεζες δεν υπάρχει οικονομία.
Αυτό δεν θα συνέβαινε σε ένα παραδοσιακό νομισματικό σύστημα. Αλλά η Ελλάδα δεν είχε κεντρική τράπεζα με την παραδοσιακή έννοια. Η κεντρική της τράπεζα βρισκόταν στη Φρανκφούρτη, διοικούμενη από μη Έλληνες και δεν υπήρχε τρόπος να πιεστεί η ΕΚΤ να δανείσει στις ελληνικές τράπεζες. Ο μόνος τρόπος επανεκκίνησης του τραπεζικού συστήματος θα ήταν να στήσει η Αθήνα τη δική της κεντρική τράπεζα και να αρχίσει να τυπώνει δικό της χρήμα.

 

«Εξόντωση της χώρας εντός ωρών»

Όμως ο κ. Παπαδήμος και οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι άρχισαν να φοβούνται ένα δεύτερο σύμπτωμα που έδειχνε προς Grexit μετά τις εκλογές του Μαΐου: μαζικές τραπεζικές αναλήψεις.
Αν άρχιζαν οι αναλήψεις πανικού, η κατάληξη θα ήταν ίδια με τη σκληρή χρεοκοπία. Οι ελληνικές τράπεζες θα ξέμεναν κυριολεκτικά από ρευστό και η ΕΚΤ δεν θα μπορούσε να τις χρηματοδοτήσει γιατί θα ήταν αναξιόχρεες. «Οι κανόνες απαγορεύουν σαφώς την παροχή ρευστότητας χωρίς επαρκείς εγγυήσεις, κι αυτό σημαίνει ότι σκοτώνεις τη χώρα μέσα σε ώρες», σχολίασε αξιωματούχος της ΕΚΤ. Για να γίνει η τραπεζική επανεκκίνηση, θα χρειαζόταν νέο νόμισμα.
Καθώς τα πολιτικά κόμματα τσακώνονταν για τον σχηματισμό κυβέρνησης, ο κ. Παπαδήμος λάμβανε καθημερινές ενημερώσεις από την κεντρική τράπεζα για τα χρήματα που σήκωναν οι καταθέτες. Τα ποσά γίνονταν τόσο μεγάλα που έγραψε προειδοποιητική επιστολή στον Πρόεδρο της Ελλάδας. Αν δεν σχηματιστεί κυβέρνηση, πρέπει να προκηρυχθούν εκλογές σύντομα.
Από τις αρχές του 2009, οι ελληνικές αρχές είχαν καταφέρει να διαχειριστούν με επιτυχία ένα τραπεζικό τροχάδην σε αργή κίνηση, όπου οι καταθέσεις είχαν μειωθεί από 245 δισ. ευρώ σε λιγότερα από 174 δισ. τις παραμονές των εκλογών του 2012. Σύμφωνα με Έλληνες αξιωματούχους, το ένα τρίτο αυτών των κεφαλαίων εξήλθε από τη χώρα, ένα τρίτο δαπανήθηκε για τη συντήρηση του βιοτικού επιπέδου που κατέρρεε και ένα τρίτο είχε κρυφτεί σε στρώματα και μπαούλα, με τον φόβο ότι τα ευρώ θα μετατραπούν σε δραχμές αν μείνουν στις τράπεζες.
Υπό τον κ. Προβόπουλο, η κεντρική τράπεζα έφτασε μέχρι να φέρνει αεροπορικώς επιπλέον ευρώ από άλλες χώρες της Ε.Ε. για να διασφαλίσει ότι θα μπορέσει να αντεπεξέλθει σε ακόμα μεγαλύτερες αναλήψεις. Επιβλήθηκε μια νέα... συνήθεια: Αν ερχόταν ένας Έλληνας καταθέτης και ζητούσε μεγάλη ανάληψη, του έλεγαν να επιστρέψει την επόμενη ημέρα. Για τους Έλληνες κεντρικούς τραπεζίτες, είχε μεγάλη σημασία να υπάρχει ρευστό την επόμενη που θα επέστρεφε. «Τι θα γινόταν αν έμπαινε ένας καταθέτης και ζητούσε τα χρήματά του και του απαντούσαν: Λυπάμαι, δεν έχουμε τόσο ρευστό;» δήλωσε ο κ. Προβόπουλος. Το εκπληκτικό ποσό των 28,5 δισ. ευρώ σε νέα χαρτονομίσματα διοχετεύτηκε στην Ελλάδα στο διάστημα πριν από τις εκλογές του 2012.
Αλλά οι φρενήρεις αναλήψεις μεταξύ των εκλογών Μαΐου και Ιουνίου –η κεντρική τράπεζα έκανε αποστολές ποσών 24 ώρες την ημέρα- τρόμαξε τους αξιωματούχους και ειδικά εκείνους της ΕΚΤ. Οι μαζικές τραπεζικές αναλήψεις δημιούργησαν ερωτήματα δημοκρατικής νομιμότητας - πώς μια μη εκλεγμένη ομάδα κεντρικών τραπεζιτών στη Φρανκφούρτη, αποφασίζοντας μόνη της ποιες ελληνικές τράπεζες δεν είναι πλέον αξιόχρεες, μπορεί να είναι εκείνη που θα εκδιώξει την Ελλάδα από το ευρώ;
Εντός της ΕΚΤ, υπήρχε συμφωνία ότι την απόφαση που θα οδηγούσε στο Grexit δεν θα την έπαιρναν οι κεντρικοί τραπεζίτες. Η απόφαση έπρεπε να περάσει στους πολιτικούς της ευρωζώνης.
Στη συνάντηση της 25ης Ιουνίου στις Βρυξέλλες με τους Μπαρόζο, Ρομπέι και τον Γιούνκερ να συμμετέχει διά τηλεφώνου, ο Ντράγκι ενημέρωσε τους ηγέτες ότι θα ζητηθεί από τους πολιτικούς της ευρωζώνης να εγγυηθούν για τα έκτακτα δάνεια προς τις εμπορικές τράπεζες, πριν τραβήξει η ΕΚΤ την πρίζα.
Η προειδοποίηση του Ντράγκι δεν ήταν ακαδημαϊκή άσκηση. Ένας αξιωματούχος δήλωσε ότι ο Ντράγκι είχε πει στους ηγέτες ότι μια περίοδος αβεβαιότητας θα ξεκινήσει 30 ημέρες πριν από τη λήξη του ομολόγου του Αυγούστου στις 20 Ιουλίου. Αν και ο Αντώνης Σαμαράς είχε συστήσει κυβέρνηση συνασπισμού μία εβδομάδα νωρίτερα, η νέα κυβέρνηση συνέχιζε να ζητά αναδιαπραγμάτευση του μνημονίου. Και η Μέρκελ δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει μέλος της ευρωζώνης.

 

Το «μολυσμένο πόδι»

Για τη Γερμανία, η συζήτηση για το Grexit απηχούσε σχεδόν κάθε συζήτηση για το ενιαίο νόμισμα που ακολούθησε τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Θα γίνει μια νομισματική ένωση υπό γερμανική καθοδήγηση που θα απαρτίζεται από μικρό αριθμό γειτονικών κρατών με παρόμοιες οικονομίες ή ένα ευρύτερο πολιτικό έργο, που καλωσορίζει ακόμη και όσους είναι οικονομικά λιγότερο ανταγωνιστικοί.
Η Α. Μέρκελ επιχείρησε να δώσει τις δικές της απαντήσεις πριν από το καλοκαίρι του 2012. Δεν θα ήταν μεγάλη υπερβολή να πούμε ότι ιδιωτικώς συμβουλεύθηκε κάθε μεγάλο οικονομικό και πολιτικό μυαλό στην Ευρώπη εκείνο το διάστημα.
Σε συνάντηση στο Βερολίνο στις αρχές Ιουνίου με τον Μπαρόζο, ψάρεψε την άποψή του, φοβούμενη ότι οι Έλληνες ψηφοφόροι θα τους υποχρέωναν να αντιδράσουν, επιλέγοντας μια κυβέρνηση που θα απέρριπτε το μνημόνιο. Όταν ο Μπαρόζο της είπε ότι το Grexit θα ήταν καταστροφή και ότι ο Α. Σαμαράς πιθανότατα θα κέρδιζε, η Μέρκελ απάντησε ότι για τον Σαμαρά ακριβώς ανησυχούσε, αφού συντασσόταν με την εκστρατεία κατάργησης του προγράμματος.
Δύο ημέρες αργότερα ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντ. Κάμερον είχε ανάλογου περιεχομένου συζήτηση με τη Μέρκελ στο Βερολίνο, σύμφωνα με αξιωματούχους. Αν και ήταν λιγότερο αισιόδοξος από τον Μπαρόζο για τη δυνατότητα της Ελλάδας να κάνει στροφή, η συμβουλή του ήταν η ίδια: η αντίδραση των αγορών πιθανότατα θα είναι βίαιη και θα είναι δύσκολο να σταματήσουν μαζικές τραπεζικές αναλήψεις, σύμφωνα με τη βρετανική εμπειρία της Northern Rock.
Οι σύμβουλοι της Μέρκελ ήταν μοιρασμένοι σε δύο στρατόπεδα: στο στρατόπεδο του ντόμινο και στο στρατόπεδο του... μολυσμένου ποδιού. Το πρώτο προειδοποιούσε ότι η Ελλάδα θα προκαλέσει πανικόβλητες πωλήσεις όλων των κρατικών ομολόγων της ευρωζώνης, που πιθανόν να ακολουθήσουν μαζικές τραπεζικές αναλήψεις σε Πορτογαλία, Ιταλία και Ισπανία.
Το στρατόπεδο του μολυσμένου ποδιού ισχυριζόταν ότι αν αποκοπεί η Ελλάδα η υπόλοιπη ευρωζώνη θα επιστρέψει σε υγιή ζωή. «Aυτά ήταν τα δύο στρατόπεδα και υπήρχαν καλοί οικονομολόγοι και στα δύο», σχολίασε Γερμανός αξιωματούχος.
Επικεφαλής του μολυσμένου ποδιού ήταν ο Σόιμπλε. Αρκετοί παράγοντες που μίλησαν μαζί του δήλωσαν ότι θεωρούσε την έξοδο της Ελλάδας σχεδόν ιδανική, ως κάτι απαραίτητο που θα έσωζε το ευρωπαϊκό έργο για το οποίο δούλεψε σε όλη την πολιτική του καριέρα.
«Δεν έχει γίνει κατανοητό ότι αυτό συνέβη επειδή είναι ένθερμος φιλοευρωπαϊστής», σχολίασε αξιωματούχος της ευρωζώνης. «Ο κόσμος νομίζει ότι δεν συμπαθεί τους Έλληνες. Δεν είναι αλήθεια. Είναι επειδή αγαπά την Ευρώπη τόσο πολύ, και όποιον τα χαλάει στην ευρωπαϊκή ιδέα τον θεωρεί αντιευρωπαϊστή, που δεν έχει θέση μέσα στον δικό του κόσμο».

 

Ο ηθικός κίνδυνος

Αυτή η πορεία ορισμένες φορές οδήγησε σε σύγκρουση με την Α. Μέρκελ, λένε αξιωματούχοι. Αν και ο Σόιμπλε ήταν πολύ περισσότερο έτοιμος από την καγκελάριο να αφήσει την Ελλάδα, ήταν επίσης περισσότερο πρόθυμος να αυξήσει τη γερμανική συμμετοχή στο ταμείο διάσωσης της ευρωζώνης προκειμένου να βοηθήσει ώστε να διαμορφωθεί ένα αδιαπέραστο τείχος προστασίας ώστε να προστατεύσει άλλα κράτη-μέλη
Μέσα στο υπουργείο Οικονομικών της Γερμανίας υπήρχε μια κεντρική ομάδα που πήρε ακόμα πιο σκληρή στάση. Κυρίως εστίαζε στον ηθικό κίνδυνο, ο οποίος έλεγαν ότι αυξάνει στην ευρωζώνη όταν οι χώρες πιστεύουν ότι δεν υπάρχουν συνέπειες για την κακή δημοσιονομική πολιτική. Ορισμένα υψηλόβαθμα στελέχη ένιωθαν ότι «θα πρέπει να θυσιάσεις έναν για να τρομάξεις τους υπόλοιπους», υποστήριξε πρόσωπο που ενεπλάκη στις συζητήσεις στο υπουργείο Οικονομικών.
Η συνδυασμένη ανάλυση των αξιωματούχων του υπουργείου υποστήριζε ότι το Grexit θα κόστιζε λιγότερο βραχυχρόνια από το να προσπαθήσεις να κρατήσεις μια θεμελιωδώς αφερέγγυα χώρα επ’ αόριστον σε υποστήριξη. Εξωτερικοί σύμβουλοι κλήθηκαν να κάνουν αντίστοιχες μελέτες.
Στην Α. Μέρκελ δόθηκαν αντικρουόμενες συμβουλές από τρεις κεντρικούς τραπεζίτες στους οποίους στηρίχθηκε πολύ στις βολιδοσκοπήσεις που είχε πριν από τις διακοπές της και τους οποίους εμμέσως εμπιστεύονταν: Από τον  Άσμουνσεν, ο οποίος ήταν αναπληρωτής του Β. Σόιμπλε πριν μετακομίσει στην ΕΚΤ, τον Γ. Βάιντμαν πρώην οικονομικό της σύμβουλο, τον οποίο η ίδια όρισε επικεφαλής της Bundesbank έναν χρόνο νωρίτερα, και τον Χίλντεμπραντ, πρώην επικεφαλής της ελβετικής κεντρικής τράπεζας.
Όλοι ασπάζονταν τις ανησυχίες για τον ηθικό κίνδυνο και πίστευαν ότι είναι απίθανο η Ελλάδα να τηρήσει τις υποσχέσεις που ανέλαβε ως μέρος του προγράμματος διάσωσης, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ατελείωτη μεταφορά χρήματος των Γερμανών φορολογουμένων προς την Αθήνα. Αλλά είπαν επίσης στην καγκελάριο ότι ήταν τρελό να προσπαθήσει να προβλέψει το κόστος ενός Grexit.
Ένας Ευρωπαίος αξιωματούχος που μίλησε τότε με τον Άσμουνσεν είπε ότι η συμβουλή του στη Μέρκελ ήταν: «Μπορείς να έχεις κάτι που έχει ήδη τιμολογηθεί και μετά μπορείς να το περιορίσεις ή μπορεί να βρεθείς με μια ευρωζώνη των 10 κρατών».
Η δουλειά του Μπούτι και της ομάδας του στις Βρυξέλλες επίσης δείχνει να έχει αποδώσει. Γερμανοί αξιωματούχοι λένε ότι διαμηνύθηκε στη Μέρκελ πως θα ήταν σχεδόν αδύνατον να πείσει και τις 17 κυβερνήσεις της ευρωζώνης στο να συμφωνήσουν σε ένα σχέδιο εξόδου και να γίνει αυτό μυστικά, χωρίς οι αγορές να αντιληφθούν την προσπάθεια, ειδικά όταν η Ελλάδα δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον να φύγει.
Η πολιτική συζήτηση στο Βερολίνο γύρω από το Grexit ήταν η περισσότερο υποκειμενική. Πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες που είχαν απευθείας επαφές με τη Μέρκελ λένε ότι είχε λιγότερο συναισθηματική προσέγγιση γύρω από το ευρωπαϊκό project από χριστιανοδημοκράτες προκατόχους της όπως ο Χ. Κολ και ο Κ. Αντενάουερ. Το αποδίδουν αυτό στη ζωή της πριν μπει στην πολιτική, όταν ήταν στην Ανατολική Γερμανία, όπου πήγε ως ανήλικη και έζησε μέχρι την ενηλικίωση.
Την ίδια στιγμή αρκετοί αξιωματούχοι λένε ότι άρχισαν να αισθάνονται το βάρος της Ιστορίας που έπεφτε στους ώμους της. Ήθελε να είναι η καγκελάριος που «πολιτικά διέλυσε την Ευρώπη, ακόμα και αν αυτό δεν ήταν ξεκάθαρο ότι θα συνέβαινε, αλλά υπήρχε ως πιθανότητα;», αναρωτιέται Γερμανός αξιωματούχος.
Στα μέσα Ιουλίου η Μέρκελ έφυγε για τις καλοκαιρινές διακοπές έξι εβδομάδων για να σταθμίσει τις συμβουλές που είχε λάβει. Αν και δεν είχε αποφασίσει, η κακοφωνία ανώτατων Γερμανών πολιτικών που δημοσίως καλούσαν την Ελλάδα να φύγει είχε φτάσει σε κορύφωση. «Αν η Ελλάδα δεν μπορεί να καλύψει τις απαιτήσεις δεν μπορούν να υπάρξουν νέες πληρωμές» δήλωσε ο Φίλιπ Ρέσλερ επικεφαλής του κόμματος που είχε συνασπιστεί στην κυβέρνηση της Μέρκελ καθώς προετοιμαζόταν για τις δικές του διακοπές. «Για μένα το Grexit έχει πάψει προ πολλού να προκαλεί τρόμο».

 

Μια εντυπωσιακή αναστροφή

Ένας ηγέτης που είχε πλήρη επίγνωση των συζητήσεων εντός της καγκελαρίας ήταν ο Μπαρόζο. Ο πρόεδρος της Κομισιόν είπε σε συνεργάτες ότι πίστευε πως ένα από τα βασικά του καθήκοντα ως φρουρού των συνθηκών της Ευρώπης ήταν να αποτρέψει τη φυγή ενός μέλους της ευρωζώνης ή της Ε.Ε., είτε ήταν η Ελλάδα από το κοινό νόμισμα είτε η Βρετανία από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Με μια επί μακρόν καθυστερούμενη δόση 34,3 δισ. ευρώ να κρέμεται σε μια κλωστή και με τον Σαμαρά να συνεχίζει να πιέζει για μεγάλες αλλαγές στο πρόγραμμα, ο Μπαρόζο αποφάσισε να γίνει ο πρώτος από τους «κλειστού κύκλου» ηγέτες που μάχονταν για την κρίση που επισκέφθηκε την Αθήνα από την αρχή της κρίσης.
Η συζήτηση μεταξύ των δύο ανδρών κράτησε δύο ώρες. Καθισμένος μπροστά σε ένα σβηστό τζάκι στο γραφείο του Σαμαρά ο Μπαρόζο είπε στον νέο πρωθυπουργό ότι οι απαιτήσεις για μεγάλες αλλαγές στο πρόγραμμα διάσωσης πρέπει να σταματήσουν. Σύμφωνα με αξιωματούχους που ήταν στο δωμάτιο, κάλεσε τον Σαμαρά να διαθέσει τουλάχιστον έναν χρόνο εκτελώντας τις υφιστάμενες απαιτήσεις. Μετά από αυτό θα μπορεί να αντιμετωπιστεί το θέμα των αναθεωρήσεων, υποστήριξε ο Μπαρόζο. Αλλά η εκτέλεση του προγράμματος θα πρέπει να προηγηθεί.
«Μην αρχίσεις να ζητάς νέους όρους. Δεν υπάρχει περίπτωση», είπε, σύμφωνα με πρόσωπο που ήταν στο δωμάτιο. Το πρώτο μήνυμα που πρέπει να μεταφέρεις στη Γερμανία είναι πως θα κάνεις αυτά που ζητούνται.
Το σκληρό μήνυμα από έναν πολιτικό σύμμαχο φαίνεται πως είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Αξιωματούχοι που ήταν παρόντες είπαν ότι ο Σαμαράς άρχισε να ξαναγράφει τη δήλωσή του χειρόγραφα λέγοντας αργότερα στους δημοσιογράφους ότι θα ξεκινήσει «την εφαρμογή των συμφωνηθέντων μέτρων» αμέσως.
«Ο Σαμαράς έκανε την πιο εντυπωσιακή αναστροφή στην Ιστορία», δήλωσε υπουργός της προηγούμενης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ.

 

Απλά δεν ξέρουν

Εν τέλει, πάντως το θέμα κατέληγε στη Μέρκελ, η οποία μετά από έξι εβδομάδες ξεκούρασης γύρισε στο Βερολίνο έχοντας αποφασίσει. Δεν υπήρχε επιστημονική βεβαιότητα. Ως προσεκτική πολιτικός εκ φύσεως δεν θα προχωρούσε στο Grexit αν κανείς από τους συμβούλους της δεν μπορούσε να συμφωνήσει για τις συνέπειες.
«Όλοι λέτε: Συγγνώμη, αλλά δεν ξέρουμε. Αν δεν ξέρετε, τότε δεν θα πάρω αυτό το ρίσκο», θυμάται ένας σύμβουλος πως είπε. Το νόημα ήταν: «Όλοι αυτοί μπορεί να είναι όλοι ηλίθιοι, αλλά δεν ξέρουν».
Η συζήτηση για το Grexit εντός της ευρωζώνης υποχώρησε. Η Μέρκελ έκανε μια υψηλού συμβολισμού επίσκεψη στην Αθήνα τον Οκτώβριο. Στις Βρυξέλλες μετά από μια σειρά συναντήσεων των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης, συμφωνήθηκε ένα αναθεωρημένο σχέδιο διάσωσης, στο οποίο υποσχέθηκαν στην Αθήνα περισσότερη ανακούφιση χρέους αμέσως μόλις πετύχαινε πρωτογενές πλεόνασμα, όπως έγινε το 2013.
Η συμφωνία για την αποδέσμευση των 34,3 δισ. ευρώ της δόσης είχε κλείσει ώρες πριν από από τη Σύνοδο Κορυφής του Νοεμβρίου του 2012. Καθώς προσερχόταν ο Σαμαράς έκανε μια σύντομη δήλωση: «Η αλληλεγγύη στην Ένωση είναι ζωντανή. Το Grexit πέθανε». Ποτέ ξανά η Ελλάδα δεν θα απειλούνταν με έξοδο από το ευρώ.